Οι συνεργάτ/ρι/ες του «μτλ/π», Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, και Χρήστος Σιορίκης, προτείνουν, για τις διακοπές σας (και όχι μόνον), 22 ποιητικά και άλλα βιβλία, νεότερα αλλ’ ενίοτε και παλαιότερα, τα οποία διάβασαν, θαύμασαν, και απόλαυσαν πρόσφατα:
ΠΟΙΗΣΗ
~ Ρέα Γαλανάκη, Το κέικ, εκδ. Καστανιώτη, 2025 (επανέκδ.), σελ. 92
Και μετά τον πρώτο νεκρό ο κυνηγός· ο κυνηγός ανασαίνει βαθιά με κλειστά μάτια και θα ξεκουραστεί. Για συγγραφείς της αξίας της Ρ.Γ., είναι απαραίτητο να διαθέτουμε εν κυκλοφορία όλα τα βιβλία τους. Καί για αυτόν τον λόγο, λοιπόν, πρέπει να χαιρετισθεί η επανέκδοση του Κέικ, γοητευτικού εξαμερούς πεζόμορφου ποιήματος (ή ποιητικού πεζού) που εξακτινώνεται σε ποικίλες κατευθύνσεις: από την ‘εξομολόγηση’ ώς τον στοχασμό. Πρωτοεκδόθηκε το 1980· μετά από δύο βιβλία ‘τυπικότερων’ ποιημάτων, για να ακολουθήσουν ποιητικά πεζά και διηγήματα, πριν εμφανιστεί –«σαν έτοιμος από καιρό»– O βίος του Iσμαήλ Φερίκ πασά (1989). Η Ρ.Γ. ήταν ώριμη συγγραφέας –ανεξαρτήτως είδους– από την πρώτη της εμφάνιση. Αλλ’ η ‘αργή κυοφορία’ ενός σταθμού για την ελληνική μυθιστοριογραφία, έχει να ‘διδάξει’ αρκετά, σε συγγραφείς και αναγνώστ/ρι/ες… Το σώμα μου όλα τα χαρτονένια σώματα των γυναικών και φτάνω στην άκρη ενός άδειου πάρκινγκ· και φτάνω στην άκρη των μύθων. – Π.Ι.
~ Αντωνία Γουναροπούλου, Εσύ που νομίζω, εκδ. 25°36´36˝S | 134°21´17˝Ε, 2025 [κυκλοφορεί ως δωρεάν .pdf εδώ: https://www.openbook.gr/esy-poy-nomizo/], σελ. 32
Η μνήμη του φονιά, η άλλη όψη σου. Σαφώς η ωριμότερη από τις τρεις μέχρι στιγμής (έχουν παρεμβληθεί δύο πεζογραφικά βιβλία) ποιητικές συλλογές της Α.Γ. (της οποίας η μεταφραστική δεινότητα έχει επίσης δικαίως επισημανθεί). Πέρα απ’ τον τίτλο του ίδιου του βιβλίου, διαλαλούν και οι τίτλοι πολλών ποιημάτων τον πυρήνα του βιβλίου: την σημασία της απεύθυνσης σε ένα, ή σε ποικίλα «εσύ» – έμφαση που διατρέχει, ρητώς ή μη, το διατρέχει ολόκληρο. Το βιβίο ανοίγει, λοιπόν, με το ποίημα «Μαζί σου»: Ήταν μακριά το ποτάμι, / κι η γέφυρα να σε νιώθει. / […] / χωρίς ατμό πέθαινε το νερό // και το ποτάμι ήταν ακόμη / μακριά και / κυλούσε. / […] Η γέφυρα δε νιώθει πια. / Το ποτάμι κυλάει / μαζί σου. Δυνατά ποιήματα, που μιλούν απογυμνωμένα. Χιονίζει απόψε, / όπως όλο το καλοκαίρι. Επιτέλους το αγγίζω. – Π.Ι.
~ Παναγιώτης Ευαγγελίδης, Η μετάφραση της ιαπωνικής ποίησης – ή: Τα ιαπωνικά δεν έχουν κεφαλαία, εκδ. Άγρα, 2026, σελ. 40
Η φωνή των τζιτζικιών, μουσκεύει τους βράχους, τι ησυχία. ‘Διάλεξη’ περί ιαπωνικής ποίησης και συγχρόνως ανθολογία της, και μαζί προσωπική εξομολόγηση, και εσωτερικό οδοιπορικό στην δια βίου περιπέτεια της μετάφρασης – και δη απ’ αυτήν την ριζικά ξένη γλώσσα. Διάλεξη διαφωτιστική (για τις ιδιαιτερότητες της ιαπωνικής γλώσσας, για την ιστορία της κλασσικής ιαπωνικής ποίησης, π.χ.), μα και διάσπαρτη από αριστουργηματικά ιαπωνικά χάικου (κυρίως), γραμμένα από ένα πλήθος ποιητ/ρι/ών, και όχι μόνον από τους γνωστούς ‘μαιτρ’ του είδους. Εαρινή ακτή, μην αμφιβάλλεις, κι η θάλασσα ανθίζει. Γι΄αυτό και το βιβλίο καθίσταται πολύτιμη –και βαθύτατα, επαναληπτικώς, απολαυστική– ανθολογία. Μάλιστα –πράγμα σπάνιο στα σχετικά βιβλία που κυκλοφορούν στα ελληνικά– ποιημάτων μεταφρασμένων απευθείας από τα ιαπωνικά. Και, βεβαίως, με την γνωστή μαστοριά του Π.Ι., την αγάπη του, και το βαθύ του αίσθημα για την ποίηση και την γλώσσα. Χαρά του βραδιού, πλένω τα πόδια, δυο-τρεις λέξεις. – Π.Ι.
~ Νίκος Λευκαδίτης, Ένα χειρόγραφο του Διονυσίου Σολωμού, εκδ. Το Ροδακιό, 2026, σελ. 52
Το σπίτι φαίνεται άδειο / γιατί / εκεί / αναπαύεται η ψυχή. Τέταρτο βιβλίο του Ν.Λ., υπό την σκέπη ενός βαρύτιμου τίτλου –σκέπη που θα μπορούσε να αποβεί συνθλιπτική– περικλείει ποιήματα λεπτότητας και τόλμης. Πλησιάζω τον ταύρο / της εκπλήρωσης / η εκλέπτυνση πυρακτώνεται. Ενίοτε, η απλότητα, το γνωστό, το σχεδόν τετριμμένο, εκβάλλει στο εκτυφλωτικό. Το κρυστάλλινο φως / αστράφτει / στις πτυχώσεις / στα χέρια / των αγγέλων / πόσες φορές έχεις πεθάνει; Η αιφνιδιαστική γειτνίαση εικόνων και η ακρίβεια της λεκτικής αποτύπωσής τους γεννούν κείμενα μεγάλης ποιητικής δραστικότητας. Έβαψα τα χείλη μου με κόκκινο κήπο / καθώς ανέβαινα τα νυφικά σκαλοπάτια των δακρύων. Ισότιμα, οι τρεις ενότητες, μοιράζονται και εκπέμπουν ένα θάμβος που δεν γυαλοκοπά. Χάνεσαι σαν τις εποχές / ανάμεσά τους / τι είναι αυτό που έχει τελειώσει / και/ στριφογυρίζει γύρω σου; – Π.Ι.
~ Gro Dahle, Ελπίζω, είπε η χήνα (εικ.: Kala Linnea Dahle Nyhus, μτφρ.: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ), εκδ. Περισπωμένη, 2025, σελ. 52
Τι λένε τα δέντρα; / […] / Θροΐζοντας. / […] / Μπορεί σήμερα, ίσως και αύριο. Αν είναι δύσκολο λογοτεχνικό ‘άθλημα’ το παιδικό βιβλίο, εκθετικά δυσκολότερη η ‘παιδική’ ποίηση. Γι’ αυτό και το βιβλίο τούτο (μιας άγνωστής μας ποιήτριας μεν, αλλά διαπρέψασας διεθνώς, και με τεράστια πείρα στο πεδίο αυτό) είναι τόσο ευπρόσδεκτο. Τα λυπημένα σκυλιά / δεν πρέπει να κάθονται και να κοιτάζουν το πάτωμα. Η χήνα και τα διάφορα ζώα που συναντά και με τα οποία συνδιαλέγεται – όσα παρατηρεί η ποιήτρια, τα ‘απλές’ ή και ‘καθημερινά’, δεν είναι παρά υπαινικτικές αλλά σαφείς αφορμές για να σκεφτούμε τα σημαντικότερα: την μοναξιά και την συντροφικότητα, την ευγνωμοσύνη και τον φόβο, και άλλα παρόμοια. Οφείλουμε, βεβαίως, χάριτες στην ακάματη, πολυβραβευμένη μεταφράστρια, Μ.Μ. – αλλά και στις εκδόσεις «Περισπωμένη», που μας παρέδωσαν μιαν έκδοση συναρπαστικής ομορφιάς, ασυνήθιστης ακόμα και για τα δικά τους, υψηλών τυπογραφικών απαιτήσεων, δεδομένα. – Π.Ι.
~ Γιάννης Σγουρούδης, Ο Μότσαρτ στον αέρα, εκδ. ΚάπαΕκδοτική, 2026, σελ. 77
Ένας τσαλαπετεινός / τραγουδάει με την φωνή σου // τι ωραία που στέκεται το όνειρο. Για όσα άτομα αγαπούν την ποίηση, δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από το να συναντούν ένα γοητευτικό νέο ποιητικό βιβλίο μιας φωνής τους είχε διαφύγει ώς σήμερα. Θα κάνω κύκλους γύρω σου, / προκαλώντας τον παράδεισο. Η χαρά αυτή πολλαπλασιάζεται όταν το βιβλίο (το τέταρτο του Γ.Σ.) είναι κατάσπαρτο από άρτια ποιήματα – κι όχι δυο-τρία, απλώς (που, κι αυτό, λίγο δεν είναι). Το στάχυ χτενίζει το έδαφος / τα στρέμματα ποτίστηκαν από τ’ άστρα. Δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη δε η ηδονή που προξενεί ένας ευφάνταστος μα διόλου βαρύγδουπος –τι ανακούφιση!– τίτλος. Σαν απόκομμα εφημερίδας / ο χρόνος / ξενυχτάει. Κι ούτε χρειάζονται ‘μεγάλα θέματα’ και (δια)δηλωμένος πόνος για να λεχθούν τα σημαντικά και οδυνηρά. Μάδησα τα πέταλα / από το τριαντάφυλλο / λιγόστευε η νύχτα / ανάμεσα από τα αγκάθια / που τρύπησαν το δέρμα. – Π.Ι
~ Θοδωρής Χιώτης, Κράμα: η γλώσσα μηχανή, εκδ. ΦΡΜΚ, 2025, σελ. 106
Ένα απρόσμενο, πολύτροπο, γλωσσικό παλίμψηστο που γίνεται σύνθεση και ποιητικό κείμενο, μια πρόταση για το τι μπορεί να είναι ένα ποιητικό κείμενο, διερώτηση και αίτημα που εκπληρώνεται πολλαπλά: κάνοντας την μητρική γλώσσα ξένη, άρα ποθητή, μαζί με μια απόφαση να μιλήσει για ό,τι δεν λέγεται ή δεν ομολογείται που προικίζει το εγχείρημα με το απαραίτητο θάρρος. Το βιβλίο προειδοποιεί ότι θα είναι επικίνδυνο. Βιβλίο ταυτόχρονα στοχαστικό και σαρκικό, ανατρεπτικό στους τρόπους και στις θεματικές του, βαθιά πολιτικό και τολμηρά προσωπικό. – Κ.Η.
ΔΟΚΙΜΙΟ – ΜΑΡΤΥΡΙΑ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
~ Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ε.Χ. Γονατάς – Μικρές και παράξενες ιστορίες, εκδ. Πατάκη, 2025, σελ. 376
Μεγάλο δώρο, αυτή η εκτενής μελέτη για τον Ε.Χ.Γ.: συγγραφέα, μεταφραστή, και σφαιρικό λόγιο, που ευεργέτησε πολλαπλώς τα γράμματά μας, όπως έχει αναγνωριστεί πλέον θριαμβικά, ειδικά από τους νεότερούς του οι οποίοι, με τα λόγια της Φ.Α., «ανακάλυψαν στο έργο του μια άλλη πτυχή του τι μπορεί να είναι και να κατορθώσει η λογοτεχνία που σπάει τον κλοιό των κοινότοπων συμβάσεων». Οι σχεδόν 350 σελίδες της μονογραφίας αυτής εξετάζουν το έργο του Ε.Χ.Γ. κατά βάση χρονολογικά, αποκαλύπτοντας και φωτίζοντας πτυχές του και συνδέσμους του όχι πάντα προφανείς – και πάντα με την διεισδυτικότητα και την ευθυβολία της μελετήτριας συγγραφέως, καθώς ξεδιπλώνει τους λόγους για τους οποίους είναι «ζωντανή και πάντα συναρπαστική [η] φωνή ενός συγγραφέα που […] πλούτισε τη λογοτεχνία μας με τις «ασυνήθιστες» ιστορίες του, […] λεπτουργημένες μινιατούρες που εικονογραφούν με θαυμαστή οικονομία την ανθρώπινη κατάσταση μέσα στις συχνά σπαρακτικές αντινομίες της». – Π.Ι
~ Marcello Gigante, Ο έσχατος χιτών (μτφρ.: Μαίρη Γιόση), εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2026, σελ. 67
O Μαρτσέλλο Τζιγκάντε (1923-2001), κλασσικός φιλόλογος, βυζαντινολόγος, και παπυρολόγος, χάνει τον εξάχρονο γιο του το 1968. Πέντε χρόνια αργότερα, εκδίδει αυτήν την έμμεση ελεγεία: μια δοκιμιακή περιδιάβαση περί σώματος, ως εσχάτου χιτώνος τον οποίον πρέπει να απεκδυθεί η ψυχή, πριν ‘ελευθερωθεί’. Η νεότερη συνάδελφός του, Μ.Γ., μας παραδίδει αυτό το μαύρο κομψοτέχνημα στα ελληνικά, αφιερώνοντας την μετάφρασή της στον εκλιπόντα μεταφραστή, Θοδωρή Λουπασάκη. Η ζωή, πριν ολοκληρωθεί η ύφανση του χιτώνα, γενήθηκε για τη φθορά και τον θάνατο. Μια αλυσίδα χειρονομιών αγάπης μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων, η έκδοση αυτή, λοιπόν. Που απαρτίζεται από πέντε συντομότατα δοκίμια αφορμώμενα από επιγράμματα και άλλα αρχαιοελληνικά χωρία περί ψυχής και σώματος, ζωής και θανάτου. Ο θάνατος […] είναι απελευθέρωση από τυράννους και δεσπότες. Με την αποβολή του ‘έσχατου χιτώνα’ ο καταπιεσμένος κερδίζει την ελευθερία του έναντι όλων. Ακόμα και οι καταπιεστές οφείλουν να τον αποθέσουν, έστω και παρά τη θέλησή τους. – Π.Ι
~ Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Σχόλια στον Σεφέρη, εκδ. Σμίλη, 2025, σελ. 149
Στο βιβλίο αυτό, το έσχατο που είδε να εκδίδεται ο Δ.Δ. (1939-2026), συνάγονται 12 κείμενά του για τον Σεφέρη: τα βιβλία του, τον βίο του, την σχέση του με ομοτέχνους του. Όπως μας έχει συνηθίσει, ο συγγραφέας μας χαρίζει, καί εδώ, κείμενα ουσίας, σεμνότητας, και χάρης – δηλαδή καί χιούμορ. Είτε κατοπτεύει ένα ευρύ πεδίο για να το συνοψίσει με αδρές με καίριες γραμμές (π.χ. μια 20σέλιδη εργοβιογραφία του Σεφέρη), είτε σκύβει πάνω σε ένα ‘μικρό’ επεισόδιο φωτίζοντάς το λεπτομερειακά και υπομονετικά (π.χ. την προέλευση και την ιστορία των ανυπόγραφων αντιτύπων της Στέρνας (1932)). Συγκεφαλαιώνοντας τα δεδομένα της περίπτωσης Σεφέρη όπως μας τα διευκρινίζει το σημειωματάριό του [για τα έξοδα εκτύπωσης των βιβλίων του και τα εκάστοτε πωληθέντα αντίτυπα], έχουμε τα εξής: Σύνολο εξόδων δρχ. 32.347. Σύνολο εισπράξεων δρχ. 4.962. Τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν αυτά τα ποσά στο κόστος της καθημερινής ζωής κατά τη δεκαετία του 1930 είναι ερώτημα που θα μπορούσαν να απαντήσουν αρμοδιότερα από εμένα πρόσωπα. – Π.Ι
~ Μάρη Θεοδοσοπούλου, Σεφερικά (πρόλ.: Δημήτρης Δασκαλόπουλος), εκδ. Οδός Πανός, 2025, σελ. 202
Λείπουν αξιοσημείωτα, εδώ και δέκα χρόνια, η κριτική ματιά, το θάρρος της γνώμης (ακόμα κι όταν, αναποφεύκτως, μπορεί κανείς να διαφωνούσε μαζί της, θαύμαζε την επιχειρηματολογία και την τεκμηρίωση), ο συνδυασμός στοιχείων ασυνήθιστου εύρους προέλευσης, και, βέβαια, το ίδιο το λογοτεχνικό ύφος των κριτικών της Μάρης Θεοδοσοπούλου (1950-2016). Μετά την προηγηθείσα ‘καβαφική’ συναγωγή (εκδ. Πόλις, 2018), ο παρών τόμος περιλαμβάνει τριαντατρία κείμενά της για τον Σεφέρη, δημοσιευμένα από το 1991 έως το 2015 σε διάφορα έντυπα πέραν της «Εποχής» και του «Βήματος» που υπήρξαν οι βασικές ‘εστίες’ της. Κρίσεις για σεφερικές εκδόσεις, κείμενα με αφορμή ποικίλα επετειακά αφιερώματα, κι άλλα που συζητούν την σχέση του Γ.Σ. με ομοτέχνους του (π.χ. τον Σαιν Τζων Περς) ή το έργο άλλων καλλιτεχνών (π.χ. του Ερίκ Σατί). Καί εδώ, συναντά κανείς τολμηρές αποφάνσεις («πολύτιμος ο πεζός Σεφέρη, γίγας σε σχέση με τον ποιητικό»), όσο και πιο επικαιρικές αποστροφές για τον δημόσιο βίο ενγένει. – Π.Ι
~ Διονύσης Καψάλης, Επιτύμβια καλλιγραφία: Μια αδόκητη συνάντηση του Κ.Π. Καβάφη με τον Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, εκδ. Άγρα, 2025, σελ. 79
Ένα από τα καβαφικά χειρόγραφα του Αρχείου του ποιητή στάθηκε η αφορμή γι’ αυτή την συναρπαστική περιδιάβαση του Δ.Κ. στο έργο του Στήβενσον αφενός, και σε γόνιμες εικασίες για την σχέση του Κ.Π.Κ. με αυτό, και τις συνθήκες γραφής του εν λόγω τεκμηρίου. Στο χειρόγραφο τεκμήριο, ο μάλλον νεαρός Καβάφης έχει αντιγράψει το τρίτο και τελευταίο τμήμα του δοκιμίου του Ρ.Λ.Σ., «Παλαιά θνητότης». Αυτό το κείμενο είναι μια ελεγεία για τον επιστήθιο φίλο του, Τζαίημς Γουώλτερ Φέρριερ (185-1883), και ο Δ.Κ. μεταφράζει, στο τέλος του τομιδίου, το τρίτο τμήμα της, το οποίο είχε ατνιγράψει στο πρωτότυπο ο Κ.Π.Κ. Προς τι να το αντέγραψε; Και τόσο επιμελημένα, καλλιγραφημένα; Ο Δ.Κ., αφού περιγράψει την γένεση του πρωτοτύπου, προσφέρει, δοκιμάζει, εικασίες για την καβαφική ‘χειρονομία’: γοητευτικές και πειστικές, με κάτι από την χάρη της επίλυσης ενός αστυνομικού αινίγματος. Και όχι, δεν θα κάνουμε σπόιλερ εδώ – διαβάστε το! – Π.Ι
~ Μάρσα Μπιόρνερουντ, Η αυτοβιογραφία της Γης (μτφρ.: Αλεξάνδρα Γουργιώτη), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2023, σελ. 320
Τι μας λένε τα «πέτρινα ημερολόγια» του πλανήτη; Έχουν νόημα ή χρησιμότητα οι ερωτήσεις της επιστήμης; Η Μάρσα Μπιόρνερουντ, αμερικανίδα γεωλόγος και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Lawrence των ΗΠΑ, απαντά σε αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα, σε ένα βιβλίο εκλαϊκευμένης επιστήμης, του οποίου ο λόγος προσφέρει την απόλαυση της ποίησης· ευφυείς παρομοιώσεις, πρωτογενής περιέργεια και επιθυμία φωτίζουν την ιστορία της Γης, της ανθρώπινης σκέψης, καθώς και σύγχρονα οικολογικά ζητήματα. Ένα ανομοιογενές συνοθύλευμα αργίλου, άμμου και κροκαλών είναι σαν να φωνάζει “το νερό δεν με οργάνωσε”. Ο φλοιός της γης δίνει στη συγγραφέα στοιχεία από τα «απομνημονεύματα» της Γης, που το ανθρώπινο είδος οφείλει να διαβάσει αν θέλει να μάθει τι θα πει αυτοσυντήρηση, μέτρο και προοπτική. Στην εποχή της παντοδύναμης προώθησης προϊόντων και της κατασκευασμένης δημόσιας εικόνας, θα μπορούσαμε να βρούμε παρήγορη την ύπαρξη ενός τόσο αναντίρρητα ουδέτερου κειμένου.[…] Ο συγγραφέας του δεν είχε σκοπιμότητες. – Χ.Σ.
~ Δημήτρης-Χρυσός Τομαράς (ανθ.-εισ.-μτφρ.-σημ.), Οκτώ Άγγλοι δοκιμιογράφοι (17ος-19ος αιώνας), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2025, σελ. 438
Η ανθολογία αυτή εγκαινιάζει την νέα σειρά των ΠΕΚ, «Δοκίμιο», υπό την διεύθυνση του εδώ ανθολόγου και μεταφραστή, κατά τρόπο πολύ ταιριαστό – μιας και ο Μονταίνιος, ο ιδρυτής του είδους, διατίθεται σε έξοχη ελληνική μετάφραση του Φ.Δ. Δρακοντοειδή. Η 56σέλιδη εισαγωγή του δεν ζωντανεύει απλώς μπροστά μας την λαμπρή ιστορία του βρετανικού δοκιμίου από τις απαρχές του μέχρι και τον 19ο αιώνα, παρά εκτείνεται και πέραν αυτής, έστω συνοπτικά, καί στο πλάτος άλλων γλωσσών, καί σε βάθος χρόνου, αλλά και ουσίας· μικρό δείγμα: προσανατολισμένος περισσότερο σε όσα δεν ξέρει, παρά σε όσα αληθινά γνωρίζει, ο δοκιμιογράφος μιλά (και στις εξαίσιες στιγμές του επινοεί) μια γλώσσα που πραγματεύεται περισσότερο μια στάση απόπειρας,παρά βεβαιότητας. Τα επιλεγμένα 18 δοκίμια συμπληρώνονται από ένα επίμετρο του Ρόμπερτ Μόρρισον για την μεθυστική «Ταχυδρομική άμαξα» του Ντε Κουίνσυ και ένα κείμενο της Βιρτζίνιας Γουλφ για το ίδιο δοκίμιο. – Π.Ι.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
~ Ε.Χ. Γονατάς, Ο ταξιδιώτης, εκδ. Στιγμή, 2001 (γ’ έκδοση), σελ. 41
Με αφορμή την μελέτη (βλ. πιο πάνω) της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου για τον Ε.Χ. Γονατά (1924-2006), δεν είναι καθόλου κακή ιδέα να τον (ξανα)διαβάσουμε, κι ίσως, επίτηδες, με χρονολογική σειρά. Η αρχή του, Ο ταξιδιώτης, του 1945, είναι αρκούντως κεραυνοβόλος – και οπωσδήποτε αλησμόνητη. Ο νέος που σκότωσε τον Γίγαντα κι εξαφανίστηκε ύστερα, δίχως ποτέ κανένας να μάθει γι’ αυτόν, δεν ήταν όπως διέδωσε η φήμη κι όπως θα λέει αύριο η παράδοση κατυαγωγής αριστοκρατικής. Έτσι ανοίγει το αφήγημα αυτό, που δεν θα μας εξέπληττε να ανήκε και στον κατά μία οκταετία νεότερο Αμερικανό ομότεχνό του, Donald Barthelme (1931-1989). Τα πουλιά δε σαλεύουν καθόλου, μονάχα κλείνουν διαδοχικά πότε το ένα τους μάτι πότε το άλλο, σαν να τον κοροϊδεύουν. Παραμύθι, παραβολή, αφήγηση με χαρακτηριστικά υπερρεαλιστικά ή και μαγικού ρεαλισμού, στοιχεία της λογοτεχνίας του ανοίκειου και του τρόμου. Ένας πόνος, ένας θολός και απέραντος πόνος ξεχύνεται από μέσα του, έτοιμος ν’ αγκαλιάσει ολόκληρη τη γη. – Π.Ι
~ Παναγιώτης Ευαγγελίδης, Κωνσταντίνος, εκδ. Γεννήτρια, 2025, σελ. 341
Το ότι ο Π.Ε. (διακεκριμένος, από χρόνια, μεταφραστής, ειδικά της ιαπωνικής λογοτεχνίας· ολοένα και περισσότερο αναγνωριζόμενος, εσχάτως, για τα ντοκυμανταίρ του) –παρά τα τέσσερα μυθιστορήματά του (πρώτες κυκλοφορίες: 1993, 1997, 2001, 2016)– δεν είναι σταθερή αναφορά στην δημόσια συζήτηση περί μυθιστοριογράφων, είναι κάτι που θα αντιμετωπίσει, εικάζω, συντόμως, η εγχώρια φιλολογία. Γιατί ήδη από το πρώτο του έργο, το περίτεχνο –όμως, ούτε ερμητικό, ούτε περισπούδαστο– ύφος· το πλάσιμο της γλώσσας· η πρωτοτυπία στην ψυχολογική σκιαγράφηση και, δι’ αυτής, η πλήρης σάρκωση ακόμη και του κάθε δευτερεύοντος χαρακτήρα· η τολμηρή αλλ’ όχι επιδειξιομανής δομή· η χαμηλόφωνα μα δαιμόνια εμπνευσμένη πλοκή· τον κατέδειξαν ως πεζογράφο σπάνιας ωριμότητας και αξίας. Σε τούτο, το δεύτερο μυθιστόρημά του (που παρακολουθεί τους δύο κεντρικούς, συνώνυμους, χαρακτήρες, και τον περίγυρό τους, στην Αθήνα τον καιρό που το AIDS είναι ακόμη ανίατη, μοιραία ασθένεια), τα βάσανα της παιδικής ηλικίας συμπλέκονται αριστοτεχνικά με αυτά της ενήλικης ερωτικής περιπέτειας. – Π.Ι
~ Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παραντί, εκδ. Εστία, 2026, σελ. 241
Κάποια στιγμή, εντελώς απροσδόκητα, έκανα ένα βήμα στο πλάι. Η θέση που καταλάμβανα ώς τότε μου αφαιρέθηκε και καταδικάστηκα σε μια ταλάντωση. Όλα τα βιβλία ποίησης της Κ.Η., μα και τα σύντομα πεζά της, μας έχουν κάπως προετοιμάσει γι’ αυτό, το πρώτο της, μυθιστόρημα. Κατά την εκτύλιξη του, ο αφηγητής (η υπαρξιακή κρίση μα και οι προθέσεις του οποίου μας γίνονται γνωστές στο 1ο κεφάλαιο) θα συντάξει ακριβώς το βιβλίο που διαβάζουμε κι εμείς. Τώρα έχω αποσυνδεθεί από όσα συνήθιζα να αποκαλώ πραγματικότητά μου. […] Κάθε μέρα είναι μια δύσκολη εφεύρεση. […] Έχω κάτι να πω που ακόμα δεν έχει γίνει λόγος. Αυτός ο σπόρος με την ακραία ελαφρότητά του είναι το μόνο πράγμα που με κρατά. Είναι όλη κι όλη μου βαρύτητα. Προς τούτο, επινοεί και συμπληρώνει ιστορίες προσώπων (στα τρία επόμενα κεφάλαια). Ιστορίες στις οποίες, ενμέρει και εντέλει, θα εμπλακεί κι ό ίδιος (στο καταληκτικό κεφάλαιο). – Π.Ι.
~ Ρένα Λούνα, Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα, εκδ. Ίκαρος, 2026, σελ. 464
Στο δεύτερο μυθιστόρημά της, η Ρένα Λούνα συστήνεται και πάλι ως μια δεινή αφηγήτρια που πλάθει το γλωσσικό υλικό της με λεπτότητα και βάθος, προσφέροντας αυθεντική αναγνωστική απόλαυση. Πρόκειται, όπως αναγγέλλεται στον τίτλο, για ένα επιστολικό μυθιστόρημα που παρασέρνει την αναγνώστρια στον κόσμο της αφηγήτριας, αφού η όποια πλοκή του βιβλίου είναι στην πραγματικότητα η κατασκευή, μέσω της γραφής, μιας άγουρης αλλά στιβαρής υποκειμενικότητας, με όλα τα ρίσκα, τους κινδύνους, τις αντιφάσεις, τις παλινδρομήσεις, που ενυπάρχουν σε αυτή την απόπειρα που δεν τελειώνει ποτέ. Η γλώσσα των επιστολών είναι πυκνή και αναστοχαστική, εξομολογητική και περίτεχνη, με χρήση απρόσμενων μεταφορών και αφορισμών για ένα πλήθος ζητημάτων: από την μνήμη και τον έρωτα, την περιπλάνηση και την πόλη, τη μοναξιά και τη δοκιμασία των ανθρώπινων σχέσεων, μέχρι την απώλεια και τον θάνατο. Βιβλίο-ύμνος στην λογοτεχνία, με πυκνές αναφορές σε κείμενα και συγγραφείς, δημιουργεί της αίσθηση ότι θα συνεχίζεται αδιάκοπα, απευθυνόμενο σε έναν βουβό αποδέκτη που θα μπορούσε να είναι ο κάθε αναγνώστης του. – Κ.Η.
~ Έλεν Ντε Γουίτ, Οι Άγγλοι καταλαβαίνουν το μαλλί (μτφρ.: Μαριλένα Καραμολέγκου), εκδ. Δώμα, 2025, σελ. 86
Είναι ευπρόσδεκτη κάθε υπενθύμιση της απύθμενης βλακείας στην οποία μπορούμε να καταποντιστούμε ακόμη κι όταν –ή μάλλον ιδίως όταν– οι προθέσεις μας είναι αγαθές. Στεγνό γράψιμο: σαν ξηρή σαμπάνια και σαν ξυράφι. Μια (εξωφρενική) ιστορία οικογενειακού μυστηρίου είναι το έδαφος για ένα ευφυέστατο βιβλίο-για-ένα-βιβλίο. Και, συγχρόνως, για μια ανελέητη αλλά και τόσο αλαφροπάτητη σάτιρα για πλείστα σημερινά δεινά: την δημόσια εμπορική εκμετάλλευση καθετί ιδιωτικού· την αδηφαγία των Μέσων και του εκδοτικού κόσμου για σκάνδαλα παντός είδους· την ταχεία εξαφάνιση της λεπτότητας, της κοσμιότητας, και του σεβασμού για τον προσωπικό βίο· κ.ά.. Τα κακά αφεντικά γεννούν κακούς υπηρέτες. Μα φυσικά, κανένας χαρακτήρας του βιβλίου δεν είναι ολότελα αγαθός ή ολότελα δόλιος – κι εμείς αδυνατούμε, εντέλει, να αποφανθούμε. Ευτυχώς: να η καλή τέχνη: καμμία διανοητική βεβαιότητα – μόνο εις βάθος ψυχική συμμετοχή. Αυτού ακριβώς του είδους την ηλιθιότητα περιμένει κανείς από κάποιον που φοράει λευκά λουστρίνια. – Π.Ι.
~ Βίκυ Τσελεπίδου, Αγέλη, εκδ. Πατάκη, 2025, σελ. 320
Πολυφωνικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται με απανωτούς μονολόγους προσώπων γύρω από το γεγονός μιας γυναικοκτονίας. Η νεκρή που βρίσκεται στο κέντρο του βιβλίου παραμένει σιωπηλή, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου του δολοφόνου εραστή-αγαπημένου, υφαίνουν ένα αδιαφανές πλέγμα λόγου που προσπαθεί να φωτίσει και να διαλευκάνει το αδιανόητο. Η σπουδαία αυτή λογοτέχνις καταφέρνει για άλλη μια φορά να αναδείξει μέσω της γλώσσας την σπαρακτική πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, το αίνιγμα στο κέντρο του κακού, την αδιαπέραστη ποιότητα των πράξεων και των επιλογών μας. Τα ερωτήματα που θέτει το βιβλίο μένουν να αιωρούνται αναπάντητα, και προξενούν καί στην αναγνώστρια τον ίδιο μετεωρισμό που οφείλει να αντέχει κανείς για να παραμένει εναργής. – Κ.Η.
ΘΕΑΤΡΟ
~ Jean Cocteau, Η ανθρώπινη φωνή (μτφρ.: Λίζυ Τσιριμώκου), εκδ. Άγρα, 2025, σελ. 51
Είτε τον έχουμε δει στην σκηνή με την Κοκκίνου, στην οθόνη με την Μανιάνι ή με την Τίλντα Σουίντον υπό τον Αλμοδόβαρ, είτε τον έχουμε ακούσει με την Λαμπέτη, είτε γνωρίσει υπό άλλες συνθήκες, αυτός ο μονόλογος μιας του Κοκτώ –πρόσχημα για μια ηθοποιό, όπως τον αποκάλεσε ο ίδιος– παραμένει σπαρακτικός – και άρα επικίνδυνος: ως κείμενο και ως θεατρική πράξη· πώς να μη γείρει (πολύ) προς το μελό; Αυτοδιασώζεται, βεβαίως, δια των κωμικών στοιχείων του (για τα οποία μιλά ο συγγραφέας του στον υπέροχο «Πρόλογό» του, δηλώνοντας ότι «συνέδεσε την τραγωδία και το δράμα με την κωμωδία υπό την αιγίδα της σύγχυσης που προκαλεί τούτη η συκευή [τουτέστιν: το τηλέφωνο-πρωταγωνιστής, και μάλιστα μιας άλλης εποχής, πολύ πιο πρωτόγονων καλωδιακών συνδέσεων…], κάθε άλλο παρά κατάλληλη για τις υποθέσεις της καρδιάς». Σε ακούω, σε ακούω πολύ καλά. […] Είναι μάλιστα ανήκουστο που μας αφήνουν να μιλάμε τόσην ώρα. – Π.Ι
ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ
~ Γιάννης Καρλόπουλος, Σαλονίκη – Η Θεσσαλονίκη πριν, εκδ. Αντίποδες, 2025, σελ. 360
«Αποτυπώματα επικοινωνίας και εθνογραφικά ίχνη του προηγούμενου αιώνα για έναν σύγχρονο οδηγό πόλης», λέει ο υπότιτλος αυτής της εντυπωσιακής έκδοσης, καμωμένης από την συλλογή καρτ-ποστάλ, τα κείμενα, και την φροντίδα ενός μεγάλου μάστορα. Ο διακεκριμένος, σπουδαίος, σχεδιαστής εντύπων και όχι μόνον, Γ.Κ., έχει φτιάξει εδώ ένα πανέμορφο τυπογραφικό αντικείμενο, μη προοριζόμενο μόνον για λάτρεις της Θεσσαλονίκης. «Το συλλέγειν βοηθά (σ)την περι-συλλογή.» Βασισμένο στην πλούσια συλλογή του από καρτ-ποστάλ της πολης, τυπωμένες από το 1919 έως και το 1990, το βιβλίο απαρτίζεται από υψηλότατης –ως αναμένεται– ποιότητας αναπαραγωγές των καρτ-ποστάλ (κατανεμημένων σε τέσσερεις χρονικές περιόδους οπότε κυριαρχούσε και μια διαφορετική τεχνική εκτύπωσης), σχολιασμό της έκδοσής τους, μεταγραφή των μηνυμάτων τους, και στοιχεία για τα απεικονιζόμενα. Όλα αυτά, πλαισιωμένα από μια κατατοπιστική εισαγωγή για το εγχείρημα αυτής της «αρχαιολογίας της επικοινωνίας –τόσο σε επίπεδο εικόνας όσο και γλώσσας– που αναδεικνύουν τα ταχυδρομικά δελτάρια […δημιουργώντας] ένα άλμπουμ μιας προ social media εποχής». – Π.Ι.
~
Η Κατερίνα Ηλιοπούλου είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. Έχει δημοσιεύσει πέντε βιβλία ποίησης, μια συλλογή διηγημάτων, και, πιο πρόσφατα, το μυθιστόρημα Παραντί (Εστία, 2026). Έχει επιμεληθεί και συμμετάσχει σε δύο συλλογικά βιβλία δοκιμίων για την σύγχρονη ποίηση, ενώ δημοσιεύει συχνά κριτικές και δοκίμια. Έχει μεταφράσει το έργο της Σύλβια Πλαθ και του Γουόλτ Γουίτμαν, σε συνεργασία με την Ελένη Ηλιοπούλου. Έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και η ποίησή της έχει μεταφραστεί και δημοσιευθεί σε πολλές γλώσσες. Από το 2013, διευθύνει το περιοδικό “ΦΡΜΚ” (Φάρμακο) για την ποίηση, τις κοινωνικές επιστήμες και τα εικαστικά. Από το 2017 ώς το 2020, επιμελήθηκε το Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών στα πλαίσια της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου της Θεσσαλονίκης. Έχει επίσης συνδιοργανώσει και επιμεληθεί ποικίλα έργα που συνδυάζουν την ποίηση με τα εικαστικά και την περφόρμανς, και αναζητούν μια διαφορετική σχέση της σύγχρονης τέχνης με τον δημόσιο χώρο και με το κοινό.
Ο Παναγιώτης Ιωαννίδης είναι ποιητής, κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία ποίησης· πιο πρόσφατο: Ρινόκερως (Καστανιώτης, 2020). Έχει επίσης συμμετάσχει σε δύο βιβλία δοκιμίων· πιο πρόσφατο: Τι μας μαθαίνει η τέχνη – Η καλλιτεχνική πράξη ως διεργασία γνώσης (εκδ. ΦΡΜΚ, 2020). Από το 2013 έως το 2025, υπήρξε Υπεύθυνος για την Ποίηση στο περιοδικό “The Books’ Journal”. Μεταφράζει ποίηση από τα αγγλικά, τα γαλλικά, και τα ιταλικά – ενώ δικά του ποιήματα, μεταφρασμένα σε διάφορες γλώσσες, έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες και περιοδικά. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού “[ΦΡΜΚ]”· ιδρυτής και επιμελητής των ποιητικών εκδηλώσεων “Με τα λόγια (γίνεται)”· και διευθυντής του περιοδικού «Με τα λόγια / Περιοδικό».
Ο Χρήστος Σιορίκης (γ. 1989) μεγάλωσε στο Αγρίνιο και ζει στην Αθήνα. Εργάζεται ως δάσκαλος Ισπανικών, γράφει ποιήματα, και μεταφράζει ποίηση και δοκίμιο. Η ποιητική του συλλογή Η πρώτη φορά (Αντίποδες, 2018) ήταν υποψήφια για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου στην ποίηση, του περιοδικού «Ο Αναγνώστης». Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, σε ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο ίδιος έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, το βιβλίο Η σαγήνη του λόγου (συνομιλίες του Χούλιο Κορτάσαρ με τον Ομάρ Πρέγο· Εξάντας, 2020) και, σε συνεργασία με τη Μαίρη Γιόση, το μοναδικό θεατρικό έργο της Ισπανίδας φιλοσόφου Μαρία Θαμπράνο [Maria Zambrano], Ο τάφος της Αντιγόνης (Loggia, 2025· Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης του Φεστιβάλ ΛΕΑ [Λογοτεχνία Εν Αθήναις], 2026). Κυκλοφορεί επίσης η δεύτερη ποιητική του συλλογή, Ποια χώρα είμαι (Ροές, 2025).
*** Πατήστε εδώ για τα περιεχόμενα του τεύχους ***
.jpg)






















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου