Ευσταθία Παλιοτζήκα
Λάμια – ή προς ένα Bildungsroman της γλώσσας
Δήμητρα Κωτούλα, Λάμια, Πατάκης, 2024
Γυναίκα που κατασπάραζε παιδιά, πνιγμένη από τη ζήλια επειδή η Ήρα σκότωσε το δικό της, η Λάμια λαμβάνει από τον Δία, υπαίτιο όλων των κακών που τη βρήκαν, μια ανακουφιστική λύση: να μπορεί να βγάζει τα μάτια της όποτε το επιθυμεί, ώστε να ξεκουράζεται από τη φρίκη. Λάμια ή Εμπούσα. Ο μύθος λειτουργεί αντιθετικά και ταυτόχρονα αναθηματικά προς το περιεχόμενο του τέταρτου ποιητικού βιβλίου της Δήμητρας Κωτούλα (Πατάκης, 2024). Σε μια αντιστροφή των ρόλων, η κόρη και πρωταγωνίστρια της συλλογής παρουσιάζεται ως ένα ον μαγικό, ένα είδος ενδιάμεσο στον άνθρωπο και το ζώο, μια μικρή μυθική Λάμια, που η ανάγκη της να ανακαλύψει τον κόσμο και κάποτε να μεγαλώσει, πλημμυρίζει με δέος και ανά στιγμές κατακρεουργεί την παρατηρήτρια-μητέρα. «Επιστρέφεις στο σπίτι μόνη / με πρησμένο αστράγαλο / χωρίς μιλιά / χλωμή / λες κι ανήκεις σ’ ένα άλλο είδος / λασπωμένων οπληφόρων». Κάθε της κίνηση φαίνεται διαρκώς να μετεωρίζεται ανάμεσα στο αγαθό και το σκοτάδι. Πανταχού παρούσα η μάνα παρατηρήτρια, τροφός και κατά στιγμές ανταγωνίστρια, αφηγήτρια της μικρο-ιστορίας. Στα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής, έχουμε μικρές σκηνές οι οποίες αποκτούν κοσμογονικές διαστάσεις, εκκινώντας από μια παρατήρηση της φωνής που αφηγείται τη ζωή του πλάσματος, και καταλήγοντας σε μια συναισθηματική παράλυση, όμοια με αυτή που συνήθως κανείς βιώνει απέναντι στο θείο ή στον έρωτα [1].
Διαβάζοντας ξανά και ξανά τις συλλογές της Δήμητρας Κωτούλα με χρονολογική σειρά, άρχισα να εντοπίζω όλο και πιο έντονα, μέσα στη Λάμια, το μοτίβο της σχέσης με τη γραφή και τη γλώσσα, αυτό που έχει άλλωστε θεματοποιήσει στην προηγούμενη συλλογή της, Θα ήσουν παντελώς ανυπεράσπιστος (Πατάκης, 2021) με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Ποιήματα της λευκής σελίδας», αλλά και στο Η επίμονη αφήγηση (Πατάκης, 2017). Στην τελευταία συλλογή, αρχίζουν να εμφανίζονται συστηματικά τα ποιήματα ποιητικής, τα οποία πραγματεύονται τη σχέση του ποιήματος με αυτό που η ποιήτρια ονομάζει Ιστορία. Έτσι βλέπουμε το ποίημα «Μανιφέστο» να λέει: «Υπάρχουν συνθήκες / ανάμεσα σε σένα και σε μένα / και πρέπει να ειπωθούν / όροι, που μόνο η ελεγεία / που υποθάλπει το ποίημα αυτό μπορεί να γνωρίζει / [...] ανάμεσα σένα και σε μένα / λιγάκι πιο κοντά στην Ιστορία / βάφοντας άτακτα με κίτρινο χνούδι / τις λέξεις αυτού του ποιήματος». Στο σύνολο του έργου της Δ.Κ., υπάρχει ένας διαρκής προβληματισμός γύρω από τη δύναμη της γραφής, την πάλη του ποιητικού υποκειμένου με τη λευκή σελίδα, και τον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η υιοθέτηση της συγγραφικής ιδιότητας στην πρόσληψη της πραγματικότητας και στη διαμόρφωση της μνήμης. Στην ίδια συλλογή, σημειώνει: «Εγώ πρέπει να γράψω αυτό το ποίημα. / Είμαι τόσο περήφανη γι’ αυτό! / Ένα ποίημα γεμάτο νόημα / που τα κατοπτρικά πλάσματα του εγκεφάλου / γρήγορα θα κάνουν λεία τους. / Κοιτάω τον κόσμο / (το παιδί και τη γυναίκα / τους άλλους / το βουβό λίπος να ζωγραφίζει τα βραδινά πιάτα) / σαν ένα θήραμα / διεκπεραιωτικά / έτσι όπως γράφεται η Ιστορία / έτσι όπως δεν είναι σωστό να χρησιμοποιούνται / (ειδικά σε τέτοιες περιστάσεις) / τα ανθρώπινα χέρια μου». Αυτή η διάκριση ανάμεσα στην Ποίηση και στην Ιστορία, φαίνεται να απαλύνεται, αν όχι να καταργείται, από τη μια συλλογή στην άλλη – με τις δύο να ταυτίζονται, όπως ακριβώς οι εκδοχές της γυναίκας, μάνα και κόρη, στη Λάμια.
Η εξέλιξη αυτή συντελείται σταδιακά, σχεδόν αθόρυβα, και γι’ αυτό εδώ εστιάζω σε αυτήν. Στο να αντιληφθούμε καλύτερα το πώς μετεξελίσσεται το μοτίβο αυτό μέσα στον χρόνο, θεωρώ ότι συμβάλλει το ποίημα «Μητέρα και κόρη ή Τοπίο σε Κίνηση» της Επίμονης Αφήγησης, όπου η ποιήτρια γράφει: «“Άνεμος” λέω. / Είσαι αρκετά μεγάλη για να καταλάβεις / πολύ μικρή για να μπορέσεις να ανταποδώσεις / τη φιλοφρόνηση μιας ακόμη άγνωστης λέξης [...] Κάτι μοιάζει να λες. / Τέλεια πλάσματα της ομιλίας ενδώσαμε / μιλήσαμε / (αυτή είναι η μια όψη της πραγματικότητας, η μία όψη του κόσμου)». Από αυτή την αφετηρία της προγλωσσικής τελειότητας και κατ’ επέκταση αθωότητας, βρισκόμαστε πια πολύ μακριά στο τελευταίο βιβλίο.
«Ονομάζεις τη δομή του γραφή. / Τον αέρα που τον κινεί ιδέα». Βρισκόμαστε στο ποίημα «Binomial Nomenclature ή τα ονόματα». Η ανασημασιοδότηση της γλώσσας και κατ’ επέκταση του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, η έκπληξη που προκαλεί μία λέξη εκτός του συγκείμενού της, ονομάστηκε από τον ρωσσικό Φορμαλισμό «ανοικείωση», και έχει αποτελέσει ένα από τα βασικά διακριτικά χαρακτηριστικά αυτού του είδους λόγου που ονομάζουμε ποίηση. Εδώ, η κόρη αποτελεί τον κεντρικό ανοικειωτικό παράγοντα της πρόσληψης του νοήματος και της πραγματικότητας, συνεπώς καταλήγει να ταυτίζεται με τη λέξη ή με έναν πρωτογενή Λόγο που οργανώνει την εμπειρία. «Κρατάς σφιχτά / αυτό το μπουκετάκι από ονόματα και λάμπεις. / Μαγνητισμένη συγκεντρώνεσαι στις συλλαβές / που πέφτουν και πέφτουν και πέφτουν [...] σημαίνοντας την Ιστορία / φτιάχνοντας νόημα / αγγέλλοντας την κυριαρχία της γλώσσας / το δικό σου σχήμα / στην επί γης ανθρώπινη περιπλάνηση».
Στο ποίημα «Λέξεις», παρακολουθούμε την κατάκτηση της δεξιότητας της γραφής, η οποία γεννά μια νοσταλγία, ή ενδεχομένως έναν ελάχιστο φθόνο, κάτι που γίνεται αντιληπτό όταν επιτρέπεται στο πρώτο πρόσωπο να παρεισφρήσει στην αφήγηση: «Θέλω να κλείσω τα δάχτυλά μου. / Θέλω να κλείσω τα δάχτυλά μου γύρω απ’ τα υπερβολικά σφιγμένα δάχτυλά της. / Να διεκδικήσω για μένα τη ζέση του νεοφώτιστου». Η προσπάθεια αυτή για ανάκτηση του κυριαρχικού ρόλου στη λειτουργία της γλώσσας ανιχνεύεται ακόμα πιο έντονα στο ποίημα «Από κάτω», σε ένα παιχνίδι πάλης που διαδραματίζεται ανάμεσα στα δύο σώματα, κάτι που επηρεάζει τη δυνατότητά τους να προσεγγίσουν τη γλώσσα και το συναίσθημα. Το δικό τους σωματικό παιχνίδι και η άρθρωση των φθόγγων καταλήγουν να είναι μια τελετουργία μύησης που προετοιμάζει για την απώλεια του εαυτού και της γλώσσας στον έρωτα: «[...] και το μυαλό σαν ανεξάρτητη αίσθηση να εκπνέει λέξεις ακατανόητες προσπαθώντας μάταια ν’ απαλλαγεί από τη θηριωδία της αγάπης».
Ανάλογα, στο ποίημα «Παραμύθι-Καληνύχτα» η σχέση μητέρας που αφηγείται και παιδιού που ακούει πριν τον ύπνο διαταρράσσεται, καθώς «Σχεδόν μπορείς ν’ αγγίξεις / τις λέξεις τις προτάσεις τις ιστορίες / που ακόμα επιπλέουν στην ερεθισμένη ατμόσφαιρα / σε περίεργα τρισδιάστατα υπεργεωμετρικά σχήματα.[...] Το εξώφυλλο διογκώνεται ανάγλυφο / κάτω απ’ τα νυσταγμένα δάχτυλά μου. / Πλήρως με αγνοείς. / Είσαι βέβαιη πως αν σταθείς ακίνητη / με τα μάτια ορθάνοιχτα καρφωμένη εκεί / ίσως και ν’ ανοίξει πάλι». Η κόρη παρουσιάζεται να αναπτύσσει μια αυτόνομη σχέση, αδιαμεσολάβητη πλέον, με την αφήγηση και τη γραφή πίσω από αυτήν. Το βιβλίο ως αντικείμενο γίνεται αντιληπτό ως τόπος από τον οποίο εκκινούν τα παραμύθια και η προσοχή μετατοπίζεται από τον γονέα που αφηγείται στο ίδιο το βιβλίο, σηματοδοτώντας την αφετηρία της αναγνωστικής σχέσης. Τι απομένει λοιπόν όταν η σχέση εξάρτησης αρχίζει να ασθενεί, όταν το παιδί αρχίζει να προσεύχεται («Πρόσεξε ή Προσευχή») και να παίζει μόνο του («Πρισματικός κύβος»), όταν δηλαδή κατακτά πλέον τη δική του γλώσσα αλλά και ένα αυτόνομο σύστημα αντίληψης του κόσμου [2]; Η ύστατη απόπειρα διατήρησης αυτής της εποχής καταλήγει να είναι η καταγραφή της ως γεγονότα είτε της μικρο-ιστορίας της οικογένειας, είτε μετασχηματισμένα σε ποιήματα: «Κι όλα αυτά / με τη θλίψη πως κιόλας / ιστορία ή ποίηση / να μαίνεται στο δωμάτιο». Η ποίηση είναι ο μόνος τρόπος να ανασταλεί η επερχόμενη φυγή («Φυγή») και να καταπραΰνει το άγχος του «Ποιος θα διεκπεραιώνει τη γλώσσα ανάμεσά μας / από δω και πέρα;» [3].
«Έτσι τρομάζεις τα παραμύθια / κι απιστείς στην πλοκή της ιστορίας / που διαδραματίζεται κάθε απόγευμα / ευλαβικά στην οργωμένη αλάνα / πλάι στο περίπτερο-παγόδα. / Αυτό τους απωθεί». Η δυνατότητα της κόρης να αμφισβητήσει την οργανωμένη αφήγηση και τη ροή των γεγονότων, να λειτουργήσει εκτός του συμβατικού τρόπου απέναντι στα παραμύθια, τρομάζοντάς τα εκείνη με την παρουσία της, είναι αυτή που «τους απωθεί». Το ποιους απωθεί δεν ορίζεται, αλλά είναι βέβαιο πως αυτό που προκαλεί αυτή την αντίδραση είναι το προνόμιο της άγνοιας έναντι των κυρίαρχων αφηγήσεων. «Δεν καταλαβαίνει τα λόγια / που πρέπει ν’ απαγγείλει» αλλά «Διεκπεραιώνει με υποδειγματική συνέπεια / τον σαιξπηρικό χαρακτήρα που της ανατέθηκε», μας λέει το ποίημα «Ρωμαίος ή η Παράσταση», αποτυπώνοντας την πρώτη είσοδο στον λογοτεχνικό Κανόνα, μια είσοδο μιμητική, δίχως τη δυνατότητα συσχέτισης με το κείμενο, αλλά πρωτίστως γοητευτική, που οδηγεί στο να «[...] ομοιοκαταληκτεί / ακόμη και στον ύπνο της». Στο κλείσιμο του ποιήματος, η απεύθυνση στη μητέρα, μέσα από τη φωνή της κόρης, εντείνει τη σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που είναι κλασσικό και στην αδυναμία συσχέτισης: «Όμως, γιατί; / Γιατί να το πει αυτό, μαμά;» Εδώ η μητέρα καλείται να αναλάβει έναν νέο ρόλο: δεν είναι πια ούτε αυτή που ονοματίζει, ούτε αυτή που αφηγείται τα παραμύθια, αλλά εκείνη που οφείλει να εισαγάγει την κόρη σε μια από τις πιο τραγικές αφηγήσεις, αυτή του σαιξπηρικού δράματος.
Καταλήγω, συνεπώς, πως η Λάμια της Κωτούλα, θεματοποιεί την προσπάθεια μιας μητέρας την ώρα που παρακολουθεί το παιδί να απομακρύνεται μέσα στη γλώσσα και τον κόσμο, να καταγράψει την Ιστορία της σχέσης της μαζί του μέσω της Ποίησης. Πρόκειται για μια ποιητική βιογραφία, ένα Bildungsroman της γλώσσας, με κεντρική πρωταγωνίστρια την κόρη, αποτυπωμένη μέσα από τον βαθιά υποκειμενικό φακό της μητέρας. Η σχέση αυτή καταλήγει να ορίζεται ως κοσμογονική, καταστατική μεταβλητή του τρόπου με τον οποίο η ποιήτρια αντιλαμβάνεται τον κόσμο, την τέχνη και την ίδια τη γλώσσα [4]. Εκεί, άλλωστε, νομίζω πως μας κατευθύνει και το μότο που προτάσσεται της συλλογής: «Ο ποιητής είναι, κατά τα περιστατικά της ζωής του, και λάλημα και αντίλαλος. Η Πολιτεία και η Μοναξιά πότε του είναι Λάμιες, / πότε του γίνονται Μούσες».
[1] Τη σχέση μητέρας-κόρης και τον τρόπο που λειτουργεί στη συλλογή, όχι μόνο θεματικά αλλά και τεχνικά, αναλύει εκτεταμένα η Βαρβάρα Ρούσσου στο «Η “Λάμια” της Δήμητρας Κωτούλα» στο περιοδικό Αναγνώστης ( https://www.oanagnostis.gr/48308-2/ )
[2] Για τη συμβολική μητροκτονία ως διαδικασία αναγκαία για την κατάκτησης της ατομικής γλώσσας, βλ. Julia Kristeva, “The Impudence of Uttering: The Mother Tongue” ( https://www.kristeva.fr/impudence.html )
[3] Μια οπισθοχώρηση ως προς τη δύναμη της γραφής, καθώς στην προηγούμενη συλλογή στο ομότιτλο ποίημα Φυγή διαβάζουμε: Δεν αποτελώ καμία απολύτως/προϋπόθεση για κείνη.//Μικρό ποίημα - / βρες μονάχο τον δρόμο σου / μέσα στον κόσμο. // Υπάρχεις και χωρίς εμένα.
[4] Βλ. συνέντευξη της ποιήτριας στην Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη στη Lifo «Δήμητρα Κωτούλα: Η ποίηση, η μητρότητα και τα σκοτάδια της εφηβείας στη “Λάμια”»
~
Η Ευσταθία Παλιοτζήκα είναι εκπαιδευτικός, επιμελήτρια και υπ. διδ. του Τμήματος Θεάτρου του ΑΠΘ. Έχει δημοσιεύσει δύο βιβλία ποίησης (γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας, Θράκα, 2022· και Σίνγκερ, Θράκα, 2025). Τη δεδομένη στιγμή, ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
*** Πατήστε εδώ για τα περιεχόμενα του τεύχους ***
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου