20260704

μ. καιρίδη : για τον "κωνσταντίνο" του π. ευαγγελίδη


 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαίρη Καιρίδη

 

Οι αποστάσεις ανάμεσα στους ανθρώπους και η λογοτεχνία



Παναγιώτης Ευαγγελίδης, Κωνσταντίνος, εκδ. Γεννήτρια, 2025, σελ. 341

 

Ομολογώ ότι δεν γνώριζα το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, Κωνσταντίνος, πριν την απόφαση του νεοσύστατου εκδοτικού οίκου «Γεννήτρια» να το επανεκδώσει έπειτα από σχεδόν τριάντα χρόνια. Ωστόσο, γνωρίζω και παρακολουθώ εδώ και χρόνια το μεταφραστικό (που είναι ταυτόχρονα βαθιά λογοτεχνικό) έργο του Παναγιώτη Ευαγγελίδη. Χάρη στις πραγματικά θαυμάσιες μεταφράσεις του Ευαγγελίδη, έχουμε, ως ελληνόφωνο κοινό, γνωρίσει και αγαπήσει αριστουργήματα της ιαπωνικής λογοτεχνίας, όπως το Εγκώμιο της Σκιάς και Tο Κλειδί του Τανιζάκι, τη Χώρα του χιονιού του Καουαμπάτα, ενώ μόλις πριν λίγες μέρες ολοκλήρωσα το υπέροχο δοκίμιό του για τη μετάφραση της ιαπωνικής ποίησης, Τα ιαπωνικά δεν έχουν κεφαλαία (όλα από τις εκδ. Άγρα), που βασίζεται σε ομιλία του μεταφραστή στα πλαίσια του «Με τα λόγια (γίνεται)» που οργανώνει με συνέπεια εδώ και χρόνια ο ποιητής Παναγιώτης Ιωαννίδης.

Ερχόμενη λοιπόν από την «γιαπωνέζικη» όψη του λογοτέχνη, παρατηρώ αμέσως ότι ο Κωνσταντίνος είναι ένα μυθιστόρημα απολύτως ριζωμένο στην ελληνική πρωτεύουσα και πραγματικότητα, και στην ελληνική γλώσσα. Είναι πρωτίστως ένα αστικό μυθιστόρημα, γιατί επικεντρώνεται στη ζωή των ανθρώπων όπως αυτή εκτυλίσσεται ανάμεσα σε πολυκατοικίες, πλατείες, λεωφόρους, δρόμους, αστικά δάση. Τα τέσσερα κεφάλαια που απαρτίζουν το μυθιστόρημα δηλώνουν ότι προέρχονται από τον κόσμο αυτό: «Η γέφυρα» (πρόλογος), «Σπίτια και πλατείες» (μέρος 1ο), «Το δάσος» (μέρος 2ο), «Σκόνη στο βινύλιο» (επίλογος). Εδώ, δεν χωράει η ενατένιση του βουνού Κατσουράγκι, το τοπίο δεν μάς επιφυλάσσει ανθισμένες κερασιές, δεν περιδιαβάζουμε στα πευκόφυτα νησιά που αγναντεύει ο Μπασό (Ματσούσιμα)· η πραγματικότητα βαραίνει διαφορετικά. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1990 και οι ρυθμοί της πόλης είναι ήδη πιεστικοί. Βρισκόμαστε εν μέσω της πανδημίας του AIDS, μίας αρρώστιας ακόμη στιγματισμένης. Βρισκόμαστε πριν ακόμα ξεκινήσει η ευρεία χρήση της αντιρετροικής θεραπείας η οποία μετέτρεψε το AIDS από μια θανατηφόρα ασθένεια σε μια διαχειρίσιμη χρόνια πάθηση.

Μέσα σ’αυτό το πλαίσιο, η γλώσσα του μυθιστορήματος δεν αποχωρίζεται ωστόσο ούτε την στοχαστικότητα ούτε τον συμπυκνωμένο ρεαλισμό που χαρακτηρίζει τα χάικου του Μπασό, του Ίσσα και των λοιπών. Η γλώσσα του Ευαγγελίδη είναι ένας μεστός και μετρημένος, ρεαλιστικός λυρισμός (αν μου επιτρέπεται ο φαινομενικά οξύμωρος αυτός όρος) που λέει τα πράγματα με το όνομά τους χωρίς όμως να ενδίδει ποτέ, πραγματικά ποτέ, στην πικρία.

Το μυθιστόρημα, το διευθύνει ένας τριτοπρόσωπος αφηγητής, ο οποίος παρακολουθεί τη ζωή του Κωστή. Ο Κωστής ερωτεύεται τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος είναι μία σχεδόν μυθική, αν και απολύτως ενσαρκωμένη, μορφή μεταξύ των φίλων της παρέας στην Αθήνα. Τον συνοδεύει μία αύρα μυστηρίου. Μού έρχεται στο μυαλό ένα επίσης μοναδικό στο είδος του μυθιστόρημα, ένα κλασσικό πλέον έργο της γαλλικής λογοτεχνίας των αρχών του 20ου αιώνα, που φέρει επίσης στον τίτλο του το όνομα της πρωταγωνίστριας, μίας μυθικής και συνεχώς διαφεύγουσας μορφής: Η Nadja του André Breton. Η εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος αυτού παραπέμπει στην γαλλική παροιμία «Dis-moi qui tu hantes, je te dirai qui tu es»: «Πες μου ποιον συναναστρέφεσαι/ποιον στοιχειώνεις, και θα σου πω ποιος είσαι». Μέσα από αυτό το μυθιστόρημα και τη συνεχώς διαφεύγουσα μορφή της Nadja, ο Μπρετόν θέλει να σκιαγραφήσει την πλάνη που περιβάλλει τα πρόσωπα που συναναστρεφόμαστε (που μας ασκούν έλξη, που ερωτευόμαστε) και να πει (σύμφωνα με τον Σουρρεαλισμό, κίνημα του οποίου ηγείται) ότι η αποτύπωση της πραγματικότητας στη λογοτεχνία είναι σύνθετη υπόθεση (πιο σύνθετη, ίσως, απ’ ότι ήθελε το ρεαλιστικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα). Η Nadja καλύπτεται από ένα πέπλο μυστηρίου, σαγήνης· και αποκαλύπτεται, όπως ο Κωνσταντίνος, μόνο όταν το αποφασίσει η ίδια, αλλά πάντα τμηματικά και ελάχιστα. Ο συγγραφέας-αφηγητής αδυνατεί να μάθει περισσότερα για την ιστορία του προσώπου, αν και ψάχνει σε όλο το Παρίσι τα στοιχεία που μπορούν να συνθέσουν την ιστορία της. Το μόνο που μπορεί να κάνει, είναι να περιμένει (να καραδοκεί) την επανεμφάνιση του ποθητού προσώπου που, εν τω μεταξύ, λαμβάνει διαστάσεις μύθου ή μούσας.

            Η λογοτεχνία γνωρίζει μοιραία κάτι που ο ερωτευμένος απεύχεται: ότι δεν μπορούμε ποτέ να καταλάβουμε πλήρως το πρόσωπο που αγαπάμε. Ξέρει ότι τα φαινόμενα απατούν, γι’αυτό για τη λογοτεχνία τίποτα δεν είναι άξιο προσπέρασης. Όταν λοιπόν διαβάζουμε τον πρόλογο του Κωνσταντίνου, ξέρουμε αμέσως ότι βρισκόμαστε στην επικράτεια της λογοτεχνίας: ««Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα τόσο απλό που να μη χρειάζεται να του ρίξει κανείς δεύτερη ματιά;… Αυτή η γέφυρα, αυτή ήταν η γέφυρα που σου έλεγα… Την είδες; Αυτή που περάσαμε. Καταπληκτική γέφυρα… Μια γέφυρα… Τίποτα.» Το φεγγάρι φωτίζει τα χέρια τους που γέρνουν χαλαρά στα ανοιχτά παράθυρα του αυτοκινήτου. «Τίποτα… Σκέφτηκα αυτή τη γέφυρα και σ’ έφερα να τη δούμε. Την ξέρεις; Όχι; Απλώς μου ήρθε στο μυαλό όταν είπαμε για βόλτα. Να μη βγούμε μόνο για τσιγάρα και μπαταρίες. Τίποτα… δεν είχα κανένα συγκεκριμένο σχέδιο στο μυαλό μου. Απλώς θυμήθηκα αυτή τη γέφυρα».»

«Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα τόσο απλό που να μη χρειάζεται να του ρίξει κανείς δεύτερη ματιά;…» Να ποιο ερώτημα τίθεται στην αρχή του μυθιστορήματος, ερώτημα που μας ετοιμάζει για τη μεγάλη θεματική του. Ότι οι περιπλανήσεις του Κωνσταντίνου (όπως και της Nadja) μπορούν επιτέλους να αντικατοπτρίσουν κάτι από το πρόσωπό μας, και να πάψουμε να είμαστε φαντάσματα (εξού και το παιχνίδι με τη συνωνυμία Κωστή και Κωνσταντίνου –  el otro, el mismo, «ο άλλος, εγώ ο ίδιος», που θα έλεγε και ο Μπόρχες). Αλλά και ότι, την ίδια στιγμή, ο Κωνσταντίνος (η Nadja) παραμένει αιώνια ένας άλλος – ένας άλλος απροσπέλαστος, ή έστω που πολύ δύσκολα προσεγγίζεται. Αυτή την αδυναμία προσέγγισης, την αδυναμία εγγύτητας με τον άλλον, η λογοτεχνία (ίσως όσο κανένα άλλο γνωστικό πεδίο) ξέρει καί πώς να την χειριστεί, και, κυρίως, πώς να τη σεβαστεί. Δεν είναι τυχαίο ότι το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Ευαγγελίδη ξεκινάει με την εικόνα της γέφυρας. Το σύμβολο της διαδρομής ενός ανθρώπου προς τον άλλον. Γι’ αυτό και τα σιβυλλικά λόγια της κυρίας Μαίρης (δευτερεύων χαρακτήρας που ο αναγνώστης θυμάται πολύ καιρό μετά την ανάγνωση): «Ο έρωτας είναι μία σκιά που πέφτει σαν μαχαίρι ανάμεσα σ’ εμάς και στον κόσμο, ένα μαχαίρι που κόβει τις γέφυρες, κι εμάς αυτό μας δίνει ευχαρίστηση ή το αγνοούμε μες στη δίνη του δοσίματος, αυτού που εμείς έχουμε βαφτίσει τέλειο δόσιμο, αυτό για το οποίο είμαστε τόσο περήφανοι. Ο έρωτας μας εξαϋλώνει και μας κάνει αόρατους για τον κόσμο, μας αποσπά από τον έρωτα προς τον εαυτό μας, αναβιώνει παλιές πληγές, μια παλιά μάχη, της μάχη της αξιοπρέπειας και μιας ευχαρίστησης τυφλής.»

            Αυτό λοιπόν θεωρώ ότι κάνει ο Ευαγγελίδης στο μυθιστόρημά του: αξιοποιεί στο έπακρο τη λογοτεχνία ως το κατεξοχήν πεδίο ανάδειξης της δύσκολης γνωριμίας με τον άλλον. Ποιος αναγνώστης άραγε δεν ταυτίστηκε με τον Κωστή που περιμένει τηλεφώνημα του Κωνσταντίνου και προσπαθεί να ξεγελάσει την αναμονή του ή προσπαθεί να το παίξει κουλ όταν επιτέλους ο Κωνσταντίνος αποφασίζει να εμφανιστεί; Με τι ψυχολογική ακρίβεια αποτυπώνει ο συγγραφέας αυτό το βασάνισμα… Είναι κάπως διάσημο, εξάλλου, αυτό που λέει ο Ρολάν Μπαρτ στα Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου: ««Είμαι ερωτευμένος; Ναι, αφού περιμένω». Ο άλλος δεν περιμένει ποτέ. Μερικές φορές, θέλω να υποδυθώ αυτόν που δεν περιμένει· επιχειρώ να απασχοληθώ κάπου αλλού, να φτάσω καθυστερημένως. Μα στο παιχνίδι αυτό βγαίνω μόνιμα χαμένος. Ό,τι κι αν κάνω, στο τέλος αποδείχνομαι και πάλι αναπασχόλητος, συνεπής στο ραντεβού – και μάλιστα πριν την καθορισμένη ώρα. Η μοιραία ταυτότητα του ερωτευμένου δεν είναι άλλη απ’ αυτήν: είμαι αυτός που περιμένει.»

Όμως στο πεδίο που ο συγγραφέας πραγματικά διαπρέπει, είναι η ικανότητα του να αφουγκράζεται και κατόπιν να αναπαριστά τον ψυχισμό του πάσχοντα. Του ανθρώπου που υποφέρει. Του αρρώστου που από τη μία βασανίζεται με έναν τρόπο απολύτως μοναδικό και μοναχικό, και που ταυτόχρονα πασχίζει να καλύψει το ζόρι του από τους φίλους και να διαφύγει τον αβάσταχτο οίκτο τους. Όπως ο συγγραφέας θέτει τον Κωστή να προσεγγίζει τον πάσχοντα φίλο Παναγιώτη, έτσι ακριβώς και ο ίδιος ο συγγραφέας προσεγγίζει την αρρώστια, και όχι οποιαδήποτε αρρώστια, αλλά το AIDS που εκείνη την εποχή φέρει το βαρύτερο στίγμα: με σεβασμό, επιείκεια, συμπόνια, ανθρωπιά. Με τρόπο που συναισθάνεται: «   Ήταν παραμονές Χριστουγέννων. [Ο Παναγιώτης] φίλους κράτησε ελάχιστους – δεν ήθελε να δει σε κανενός τα μάτια τη βουλιμία που έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι για τη δυστυχία και τον πόνο των άλλων, την αίσθηση πως αυτός ο ξένος θάνατος ήταν ένα κέρδος δικό τους, γιατί μεταφραζότανε σε δική τους ζωή, αποτέλεσμα κάποιου συμπαντικού αδιαφιλονίκητου νόμου ισορροπίας.» Από όλους τους φίλους, δεν είναι τυχαίο ότι ο Παναγιώτης δέχεται τις επισκέψεις του Κωστή. Και ιδού ακόμη ένα εκπληκτικό απόσπασμα: «[Του Κωστή] του άρεσε να επισκέπτεται αρρώστους και να συμπάσχει με χιούμορ, σαν να τους έλεγε πως κατά βάθος δεν πίστευε σ’ αυτό που οι άλλοι με σκυθρωπό πρόσωπο ονόμαζαν ανίατη νόσο, να επιδεικνύει ψυχραιμία, πρακτικό πνεύμα και υπομονή […] Και οι ίδιοι οι άρρωστοι τον ήθελαν, γιατί γι’ αυτούς δεν είχε οίκτο ή ψεύτικο ενδιαφέρον, αλλά το’ βλεπες πώς ό,τι ρώταγε και το γεγονός ότι βρισκότανε εκεί είχε να κάνει μ’ ένα διάλογο με τον εαυτό του, πως είχε να κάνει με κάτι δικό του κι όχι με κάποιου είδους εκνευριστικό για τον άρρωστο αλτρουισμό. Ήταν μια τίμια ανταλλαγή, η φιλία συνεχιζόταν σ’ένα καινούριο τόνο, λιγότερο φωνακλάδικο αλλά πιο υψηλό.»

 

Η σπουδαία Αμερικανίδα συγγραφέας Σούζαν Σόνταγκ, έχοντας νοσήσει από καρκίνο, δημοσιεύει, το 1978, το δοκίμιο Η αρρώστια ως μεταφορά. Γράφει εκεί: «Η αρρώστια είναι η νυχτερινή πλευρά της ζωής, μία πιο επίπονη υπηκοότητα της ζωής. Κάθε άνθρωπος γεννιέται με διπλή υπηκοότητα, μία στην επικράτεια των υγειών και μία στην επικράτεια των αρρώστων. […] Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η αρρώστια δεν είναι μεταφορά, και ο πιο ειλικρινής τρόπος να δούμε την αρρώστια –και ο υγιέστερος τρόπος να βιώνει κανείς την αρρώστια– είναι αυτή που αντιστέκεται το μέγιστο στον μεταφορικό τρόπο σκέψης.»

 

Δέκα χρόνια μετά, το 1989, όταν έχει πλέον για τα καλά ξεσπάσει ο ιός του AIDS, η Σόνταγκ συμπληρώνει το Η αρρώστια ως μεταφορά με το δοκίμιο Το ΑIDS ως μεταφορά. Παίρνει αυτή την ασθένεια που είναι τόσο στιγματισμένη και προσπαθεί να την αποδεσμεύσει από παρανοήσεις, μύθους, και κυρίως ένα σωρό μεταφορές που την εξισώνουν με την τιμωρία, αποδίδοντας έτσι η Σόνταγκ στους πάσχοντες από AIDS, το ανθρώπινο πρόσωπο που τους είχε στερηθεί. Αυτά τα δύο έργα άσκησαν σημαντική επίδραση στο πώς ασθενείς, γιατροί και γενικότερα φροντιστές καταλαβαίνουν τη γλώσσα γύρω από την αρρώστια και στη συνέχεια την χρησιμοποιούν.

            Ο Ευαγγελίδης πραγματοποιεί μία αντίστοιχη κίνηση, όχι βέβαια με όρους δοκιμίου αλλά τους μυθοπλαστικούς όρους που αρμόζουν στο μυθιστόρημά του. Δεν ενδίδει ποτέ στη «μεταφορικοποίηση» της ασθένειας. Την παρουσιάζει ως έχει. Παρουσιάζει τους πάσχοντες ως έχουν: άνθρωποι που προσπαθούν να συνεχίσουν τη ζωή τους, να συνεχίσουν να σχετίζονται με άλλους αλλά και με την ανάγκη να βιώσουν με ειλικρίνεια τα συναισθήματα που τους γεννά η αρρώστια, χωρίς να εξωραΐζουν αλλά και χωρίς να εξισώνουν τον εαυτό τους με την αρρώστια. «Ο Παναγιώτης, παρότι είναι όλο και πιο άρρωστος, έχει για λίγο, την ίδια εποχή, κατέβει και μένει στο διαμέρισμά του στα Εξάρχεια, όχι τόσο πια για να πείσει τον εαυτό του πως είναι καλά, μα περισσότερο από ένα πείσμα που λέει ούτε τώρα ακόμα να τον εγκαταλείψει, για να αποδείξει σε όλους τους άλλους, στην οικογένεια και τους φίλους, που προσπαθούν να του ανεβάσουν το ηθικό λέγοντάς του ότι πάει πολύ καλύτερα και ότι σε λίγο δεν θα έχει πια τίποτα, να τους δείξει πόσο άρρωστος είναι, τόσο ώστε να μην μπορεί να εξυπηρετήσει πια τον εαυτό του, για να μπορέσει ύστερα οριστικά να αφεθεί και να μη χρειάζεται πια ο ίδιος να κάνει καμία προσπάθεια.»

            Αυτοί οι δύο πόλοι –η αρρώστια και η προσπάθεια σύνδεσης μεταξύ των ανθρώπων– κρατούν το μυθιστόρημα σε συνεχή και αδιάλειπτο παλμό για τις σχεδόν 350 σελίδες του. Γι’ αυτό είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι, ενώ η δομή του μυθιστορήματος μοιάζει χαλαρή (ας πούμε, δεν χωρίζεται σε πολλά επιμέρους κεφάλαια), το σύνολο του έργου κρατιέται από γερούς αρμούς και ο αναγνώστης πλοηγείται μέσα στην πλοκή με απρόσκοπτο ειρμό. Μία από τις πιο εντυπωσιακές επινοήσεις είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας εισάγει τις αναδρομές στην παιδική ηλικία του πρωταγωνιστή Κωστή. Χωρίς να τις ανακοινώνει, τις εγκιβωτίζει στη δράση. Έτσι, φαίνεται εναργώς ότι αυτές τις αναδρομές τις πυροδοτεί η εμπειρία του έρωτα. Κάθε σύνδεση με κάποιον άλλον είναι μία μάχη με τον ίδιο σου τον εαυτό. «Chaque attachement avec un autre est une lutte avec soi-même», όπως σημειώνει κάπου στις Μέρες του ο νεαρός ακόμα, αν δεν κάνω λάθος, Σεφέρης. Η θεωρία του συναισθηματικού δεσμού (theory of attachment) μάς το επιβεβαιώνει σήμερα: ο τρόπος που θα συνδεθούμε με τον εκάστοτε σύντροφο βασίζεται σε δυναμικές που εξελίχθηκαν στην παιδική μας ηλικία. Ο ήρωας βλέπει τον εαυτό του να παίζει μικρός στην πλατεία  (Κουμουνδούρου). Η γραφή του Ευαγγελίδη μάς δίνει τις νύξεις μίας έντονης μοναξιάς. Το μυθιστόρημα αξιοποιεί έτσι πλήρως τα εργαλεία που διαθέτει (και δικαιολογεί το είδος του), καθώς μάς προσκαλεί να δούμε την πηγή της θλίψης του Κωστή και την δυσκολία του στη σύνδεση. Στη συνταρακτική σκηνή με τον χαρταετό (όπου ο μικρός Κωστής δίνει τον αετό του σε ένα παιδάκι που δεν έχει, νιώθοντας ότι απογοητεύει τους γονείς του), ο αφηγητής διακρίνει την «κλωστή της θλίψης». Έτσι, όταν αυτή την αναδρομή στο παρελθόν, διαδέχεται αμέσως το παρόν της αφήγησης, η δομή αριστοτεχνικά μάς φωτίζει μύχιες όψεις του πρωταγωνιστή και εξηγεί πώς γίνεται και δύο άνθρωποι που λαχταρούν να σμίξουν, χάνουν τελικά ο ένας τον άλλον: «Όταν ο Κωνσταντίνος εμφανίζεται, καμιά βδομάδα μετά την τελευταία τους συνάντηση, ο Κωστής κάνει την οργή και την απογοήτευσή του αδιαφορία και άνεση, και του λέει πως δεν μπορεί να του μιλήσει τώρα γιατί έχει κόσμο. Αν θέλει, ας δώσουν ένα ραντεβού να συναντηθούνε γιατί τα παρατεταμένα τηλεφωνήματα τον κουράζουν.»

            Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι διάφορες κριτικές που διάβασα στέκονται στο πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα από την εποχή του βιβλίου. Κάποιοι αναρωτήθηκαν αν σήμερα θα γραφόταν αυτό το βιβλίο, σήμερα που οι εφαρμογές γνωριμιών είναι η νόρμα, υπονοώντας ότι η αγωνιώδης αναζήτηση του άλλου μέσα στην πόλη δεν έχει πια νόημα ύπαρξης. Ακόμη και το οπισθόφυλλο της νέας αυτής έκδοσης, κάνοντας αναφορά στον ομοφυλόφιλο έρωτα στην Αθήνα του 1990, κάνει λόγο για μία επανέκδοση που «ρίχνει φως σε μια εποχή και έναν κόσμο που κινδυνεύει να ξεχαστεί». Θα αντέτεινα ότι η ουσία του μυθιστορήματος –η εναγώνια αναζήτηση του αγαπημένου άλλου– παραμένει φοβερά επίκαιρη. Θα έλεγα ότι σήμερα μού μοιάζει ότι η προσέγγιση των ανθρώπων έχει δυσκολέψει κι άλλο – είναι η άλλη όψη της ελευθερίας που μάλλον καταχραστήκαμε. Είμαστε ακόμη πιο ανέτοιμοι και άοπλοι μπροστά στον λαβύρινθο της εσωτερικότητας του άλλου. Ο άλλος, έτσι και αλλιώς άδηλος, έχει γίνει ακόμη πιο σκοτεινός. Η διαπραγμάτευση ανάμεσα σε δύο μοναξιές (δύο μοναξιές που προστατεύουν η μία την άλλη – λέει ο Ρίλκε–, οφείλει να είναι ο έρωτας) μάς φαντάζει, μέσα στην ανυπομονησία μας, ακατανόητη και εμπόδιο.

Οι δύο εφήμεροι εραστές που κάνουν σχέδια για ένα ταξίδι, ειδικά όταν ο ένας ελπίζει παράφορα σε αυτό το σχέδιο ενώ ενδόμυχα ξέρει ότι ο άλλος, αν προσεγγιστεί λίγο ακόμα, θα εξαφανιστεί: νομίζω δεν υπάρχει εικόνα που να αποτυπώνει πιο συνταρακτικά την προσπάθεια για σύνδεση μεταξύ δύο ανθρώπων, που εξακολουθεί να ισχύει σήμερα. «Να καλοκαιριάσει πρώτα λίγο», λέει ο Κωνσταντίνος, «να καλοκαιριάσει και φύγαμε. Φαντάσου τα γλυκά σ’ όλα αυτά τα χωριά και τις κωμοπόλεις, φαντάσου τα γιαούρτια. Φαντάσου τα ούζα και τα τσίπουρα». Λίγες αράδες πιο κάτω, μας λέει ο αφηγητής, όταν επιτέλους οι δύο εραστές συναντιούνται, «δεν αγγίζονται». Η σιωπή του άλλου είναι αδιαπέραστη, έχει ήδη κουλουριαστεί στο καβούκι του.

Ευτυχώς όμως για εμάς, έχουμε τη λογοτεχνία της τάξης του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, η οποία συνεχίζει στον δρόμο προς την κατανόηση του άλλου – του άλλου που είναι συνονόματος του εαυτού.

 

 

~

 

Η Μαίρη Καιρίδη ολοκληρώνει τις διδακτορικές της σπουδές στη Συγκριτική Λογοτεχνία στο Παρίσι. Κυκλοφορεί σε επιμέλεια και μετάφραση της Το Κατηγορώ..! του Ζολά και άλλα κείμενα για την Υπόθεση Ντρέιφους (Πατάκης, 2026).

 

  *** Πατήστε εδώ για τα περιεχόμενα του τεύχους *** 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου