20260704

θρόισμα / δενδροποιητική [επιμ.: φ. γιαννίση, η. ηλιοπούλου, e. sikelianos]


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φοίβη Γιαννίση (επιμ.), Κατερίνα Ηλιοπούλου (επιμ.), Eleni Sikelianos (επιμ.), γεωργία διάκου, Ορφέας Απέργης, Κόιντος, Γιάννης Δούκας, Γκαμπτριέλα Μιστράλ, Λίνα Βέλλιου, Ευσταθία Π., Ζήσης Κοτιώνης, Ανθή Κοσμά, Μαρίνα Τσβετάγεβα, Ασπασία Λαμπρινίδου

 

Θρόισμα / Δενδροποιητική



Στις 3 Απριλίου 2025, οι συγγραφείς Φοίβη Γιαννίση, Κατερίνα Ηλιοπούλου, και Eleni Sikelianos προσκάλεσαν 37 άλλες/ους συγγραφείς, καλλιτέχνες, κ.ά., να συμμετάσχουν «σε μία ανοικτή δράση (guerilla event) ποίησης και λόγου στον Εθνικό Κήπο, το Σάββατο 12 Απριλίου 2025.» Θα επρόκειτο για την «δεύτερη τέτοια συνάντηση, μετά "Το Βούισμα. Εντομοποιητική" που πραγματοποιήθηκε στου Φιλοπάππου (ή Λόφο των Μουσών) το 2021». 

Όπως σημειώνει σχετικά η Ελένη Σικελιανός: «Το 2021, η ποιήτρια-καλλιτέχνις-ακτιβίστρια Σεσίλια Βικούνια [Cecilia Vicuña] προσκάλεσε μια μικρή μάδα ποιητ/ρι/ών να συμμετάσχουν σε ένα συμβάν το οποίο ονόμασε «Εντομογεδδών» [Insectageddon] στο Πάρκο High Line της Νέας Υόρκης. Είχε διαβάσει τα αποτελέσματα της έρευνας πεδίου πολιτών-επιστημόνων και τα άρθρα του

George Monbiot. Σκοπός ήταν να έλθει η προσοχή μας στους αποδεκατιζόμενους πληθυσμούς εντόμων: λόγω εντομοκτόνων, απώλειας των ενδιαιτημάτων τους, και άλλων ανθρωπογενών μεταβολών. Η Σεσίλια ήθελε να μουρμουρίσουμε μαζί, να βουίσουμε μαζί, να διαβάσουμε ποιήματα περί εντόμων, και να θυμηθούμε ποιος επικονιάζει, καθιστώντας τις περισσότερες μπουκιές τροφής δυνατές. Ήμουν στην Αθήνα και δεν μπορούσα να είμαι στο Χάι Λάιν· πρότεινα ένα αδελφό συμβάν στην Αθήνα. Αυτή ήταν η αρχή της πολύ διαλείπουσας σειράς μας ποιητικού αντάρτικου.» 

Το συμβάν του 2025 (πάλι κατά την αρχική πρόσκληση) θα ήταν «μία ανοιξιάτικη υπαίθρια ανάγνωση ποιημάτων και άλλων κειμένων επιλογής σας που να αφορούν δέντρα. […] Kατά την διάρκεια της αυτοσχεδιαστικής αυτής περιφερόμενης δράσης, θα περπατήσουμε μέσα στον Κήπο, κάνοντας σταθμούς ανάγνωσης κάτω από ορισμένα δέντρα της διαδρομής. […] Καλείστε να φέρετε τα δικά σας κείμενα, γραμμένα από εσάς, είτε από άλλες και άλλους, προερχόμενα από το πεδίο τής ποίησης, της πεζογραφίας, της βιολογίας, της πολιτικής οικολογίας, της φιλοσοφίας, της ειδησεογραφίας, της γεωπονίας, ή από οποιοδήποτε άλλο πεδίο της επιλογής σας. Διάρκεια ανάγνωσης γύρω στα τρία (3) λεπτά ο καθένας/μία.» 

Από τις τελικές συμμετοχές σ’ αυτή την ποιητική δράση, ο επιμελητής του «Με τα λόγια / Περιοδικό» επέλεξε ορισμένα από τα προηγουμένως αδημοσίευτα κείμενα, τα οποία και παρουσιάζονται στο παρόν αφιέρωμα.

 

 

~

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φοίβη Γιαννίση

 

 

Ύλη

 

Ι

Πού και πού

αίφνης

αντηχεί στη σιγή

του μήλου ο γδούπος

καθώς

πέφτει στο χώμα.

Έτσι πέφτουν τα μήλα.

Έτσι ο Νεύτων είδε (ή άκουσε) το μήλο του να πέφτει.

Έτσι.

Το μήλο κάτω απ΄τη μηλιά θα πέσει.

Θυμάμαι τον κορμό

και τον λάκκο του ποτίσματος

που πρέπει όλος να γεμίσει νερό

όπως πρόσφατα έμαθα

και σάπια μήλα σκορπισμένα.

Η σήψη δεν είναι σαπίλα.

Αντίθετα αυτή η σήψη των ώριμων μήλων

δεν είναι παρά μία διαυγής φλόγα μεταμόρφωσης.

Η σήψη των μήλων στο έδαφος

καρδιά της ζωής.

 

II

Πρόσφατα επίσης

έπιασα εκεί στα ψηλά έναν σάπιο κορμό

μαυροπεύκης

που εκείτο στο πράσινο χώμα

ήδη πενήντα χρόνια déjà

στην όψη σχεδόν άθικτο

καλυμμένο με βρύα

όμως

στην αφή βούλιαζε

με αντίσταση

το ξύλο είχε στο εσωτερικό παραλλαχτεί

σε άλλη ύλη

ύλη ενδιάμεση μαλακή αλλά σταθερή

θελκτική.

Για αυτό το δάσος λέγεται ύλη.

Είναι υπό συνεχή μεταμόρφωση.

Και περιέχει

όπως η θάλασσα

το αρχαίο και το πιο νέο στον ταυτό χρόνο.

Τον χρόνο της ταυτότητας.

 

III

Όπως της χελώνας οι χρόνοι

μετρούνται από της περιμετρικής ζώνης

τους περιεχόμενους ρόμβους

έτσι οι δακτύλιοι στον κορμό

ενός δέντρου

- ένας δακτύλιος ισούται με ένα

ή με δέκα χρόνια άραγε;

Ο πιο στενός ο πιο στεγνός

αντιστοιχεί σε ένα έτος ξηρασίας

ο πιο φαρδύς πιο δροσερός

σε χρόνια με νερά

ποτιστικά κι αυξητικά.

Το τσεκούρι του ερευνητή

αυτό πάλι

πάντα πέφτει κατά τύχη

στο πιο ιερό το πιο αιωνόβιο δέντρο

του δάσους

γιατί η περιέργεια

είναι κι εκείνη είδος θανάτου.

Άδραξε το Αιχμαλώτισέ το Θέσε το υπό

Βίασε το- ιδού για να ξέρεις, εσύ ο περίεργος.

 

IV

κι εγώ η θηλυκή συκιά η Πασιφάη

φιλόξενη

με κέφι βόσκω πάνω μου πολλές κουρούνες

 

 

 

*

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

γεωργία διάκου 

 

Επίπεδα οργάνωσης της ζωής

 

Υπάρχει από τα φύλλα μέχρι τις ρίζες η ανάμνηση μίας οικογενειακής ιστορίας κι άλλης μιας πίσω από αυτήν και πριν και πιο πριν ακόμα. Όχι όμως μετά. Εδώ τελειώνει η αφήγηση της σειράς σπιτιών μέσα στα σπίτια, ξύλινα, μικρά και άρρωστα από εποχική πικρία. Στέκομαι στον κορμό της Κουτσουπιάς, το δέντρο του Ιούδα. Το στήθος μου στο στήθος της, εκεί που κρύβει το πουγγί με τα τριάντα αργύρια. Τριάντα είναι τα μυρμήγκια που περικυκλώνουν το χώμα της. Μπορώ να σταματήσω τη δράση και να δω τα σκληρά τους πόδια να πασχίζουν στο βάδισμα. Η κούραση της εξέλιξης δεν είναι προνόμιο του ανθρώπινου. Για τη σχέση μιας μορφής και ενός δέντρου θα λέγαμε πως “Όταν γύρισε το κεφάλι της στον ήλιο τα μαλλιά της ξεράθηκαν, όπως τα φύλλα έπεσαν, και στην αποικοδόμηση του μύκητα διάλεξε τον θάνατό της”. Μία σχισμή για τα βρύα και τους λειχήνες από το βιβλίο της πρώτης γυμνασίου. Ξαπλωμένη παρέδωσε το σώμα της στον χρόνο, μία άνοιξη σε σκηνοθετημένη παύση.




*

 


 

 

 

 

 

 

 

 

  

 

Ορφέας Απέργης

 

 

Ταξιάρχης και δέντρο

 

Ψάθινη καρέκλα κάθεται αδειανή

μπροστά σε μια θέα σύννεφα μες στη βροχή.

Είναι Σάββατο και ο ήλιος δε λέει να βγει,

Σάββατο Ψυχοσάββατο

πριν ανέβουν οι ψυχές

εκείνη την ώρα που θ’ ακούσεις

να σου λένε κάτι γριές με ξέπλεκα μαλλιά

που ποτέ δε νιώσανε χαρά στα σκέλια τους,

ον παίδες ευλογείτε,

αλλά ο ήλιος δύει χωρίς να φανεί

κρύο μαγιάτικο μες στην ψιλή βροχή

κι ο παπάς άφαντος

είναι μακριά το διπλανό χωριό με τον μεγάλο ναό,

εδώ ο Ταξιάρχης ορφανεύει πνιγμένος στο πράσινο,

από χίλιες μεριές χιλιοζωγράφιστος

με τα χείλια χρώματα της φύσης φιλημένος,

αλλά μονάχος

κι η καμπάνα χωρίς καμπαναριό

σίδερα πλεγμένα πάνω σε τυχαία ξύλα

βαλμένα από χέρια περαστικά

τώρα μάλλον νεκρά,

τόσο όσο να υψωθούνε

και να τραγουδήσουνε το τραγούδι των νεκρών

με το γλωσσάρι της,

γλώσσα κεκοιμημένη μες στη λειτουργία της φύσης,

γλώσσα λειτουργική

αλειτούργητη,

και το τραγούδι της άλαλο,

φτερουγίζει το πετροχελίδονο

σα σπαθί που δεν έχει τι άλλο να κόψει,

ρομφαία το μαύρο του μες στον αιθέρα,

ρομφαία και ράμφος

τσιμπολογάει ανελέητα

με την επιμονή μιας μνήμης

που ζητάει να κατοικήσει εδώ,

κάπου ακούγεται ένα μακάβριο ωσαννά,

κάπου σκαρώνει ο αέρας παιχνίδι,

σαύρα και χάνεται μες στη σχισμή του ασβέστη,

κάθε σχισμή και λουλούδι,

μην είναι αυτό η άνοιξη,

αλλά η καρέκλα αδειανή

κι ο Ταξιάρχης μ' εξαφτέρουγα που δεν του φτάνουν να πετάξει,

πότε θ’ αρθεί,

πότε θα λειτουργήσει,

τον ρουφάει αχόρταγα από χίλιες μεριές το αχειροποίητο,

και το θαύμα παραμονεύει να τον φάει,

αλλά εκείνος εκεί,

περιμένει,

δεν αρκεί ο χρόνος να κοπεί στα δυο

για να βλαστήσει ο πάγκος,

αρκεί να καθίσει πάνω άνθρωπος,

άνθρωπος για θεριό,

κι από την υγρασία να ποτίσει το ξύλο να ζήσει,

αρκεί να περιμένεις,

κι εκείνος περιμένει,

αρκεί ν’ ακούσεις,

κι εκείνος ακούει,

καμπάνα γιορταστική,

όλο το χωριό εκεί,

χωριό των κεκοιμημένων,

ανύπαρχτο βασίλειο βαλσαμωμένο,

με βάλσαμο το νεράκι που σώθηκε.

Λίγες βροχές

σκασμένα βουνά

κι οι μνήμες σωσμένες,

καταρράκτης φιδίσιος που άφησε το πουκάμισό του

και χάθηκε μες στη σχισμή του βράχου,

εκεί που ο βράχος γίνεται ασβέστης,

και λουλούδι σαθρό

μες στο χάλασμα, –

μην είναι αυτό η μοίρα του ήλιου

που έδυσε χωρίς να φανεί;

Πάγκος γυμνός. Καρέκλα αδειανή.

Συνέλευση από σκιές που δε νιώσανε τον ήλιο να φεύγει.

Φιλιά που δε δοθήκανε. Χέρια που δεν αγκαλιάσανε.

Μάγουλα που έσκαψε ο καιρός και γίνανε εικονίσματα.

Ταξιαρχίες χαμένων νεκρών,

αναστάσιμη ανάσα των δέντρων.

 

 

Και η ανάσα των δέντρων μού είπε:

Ένα είμαι, δεν είμαστε πολλά

και τα δικά μου τα Σάββατα

είναι όλα ψυχοσάββατα,

τα περνάω με τις πεταλουδίσιες ψυχές μου,

αγγιζόμαστε, ακουμπιόμαστε, δίνουμε χάδια και παίρνουμε,

ρουφάμε και γλείφουμε κι ανασαίνουμε

και δινόμαστε,

φτερουγίζουνε οι ψυχές μου γύρω γύρω

γύρω μου

κάθε ρίζα λουλούδι

μέσα από τον ασβέστη

άσβεστη στη δικιά σου τη γλώσσα

που όλο κηδεύει τους νεκρούς της,

εμένα οι νεκροί μου δεν κηδεύονται,

πεθαίνουνε όρθιοι

ξεραίνονται όρθιοι

καίγονται όρθιοι

κόβονται όρθιοι

εδώ στον κήπο της βασίλισσας που μ’ αγάπησε,

στον ακάλυπτο της γειτόνισσας που με μίσησε γιατί

γιατί της λερώνω τα τετραγωνικά,

γιατί με ήθελε μόνο άνοιξη και καλοκαίρι,

δεν με ήθελε ποτέ γυμνό χωρίς τα φύλλα μου,

ποτέ το χειμώνα, ποτέ το φθινόπωρο,

ποτέ την άνοιξη άλλαζε γνώμη γιατί έσταζα ρετσίνια,

στάζω γιατί μεγάλωσα,

σαράντα χρόνων θα πεθάνω

κι ας με λένε μυγδαλιά

κι ας με φύτεψε η μάνα σου που πεθαίνει ανοϊκή στα ενενήντα της στο Χαλάνδρι,

σας ξέρω εσάς, σας έζησα, καλοί ανθρώποι είστε, νιώθετε,

αλλά παθαίνετε πριν από μένα και μετά από μένα

και το φέρετρό σας το ξύλινο

θα το βάλετε κάτω από ένα μεγάλο δέντρο

που κι αυτό θα πεθάνει,

όπως ο αείλανθος

στην Πηλίου στην Κυψέλη

που όλο έριχνε τα φύλλα του και βρώμαγε,

κι ας ήμουνα αείλανθος

εσείς με λέγατε βρωμούσα,

εσείς με κόψατε,

αλλά εγώ θα της κάνω τώρα σκιά

πεθαμένη η μάνα σου εμένα θα έχει,

εσύ θα πηγαίνεις θα έρχεσαι θα ζεις,

εμένα μονάχα θα έχει,

στρατιωτάκι ακούνητο αμίλητο αγέλαστη,

εμένα μονάχα θα έχει,

ακοίμητο ζωντανό,

ακούνητο ζωντανό,

αμίλητο ζωντανό

μιλημένο με τη μιλιά του αέρα,

εμένα μονάχα,

εσύ τρέχα να της κάνεις το ξόδι,

να τη βάλεις με το ζόρι στου Θεού τον κήπο κι ας ήτανε με τον Άρη και τον Νίκο,

τρέχα, τρέχα να τη διαβάσεις,

να της χτυπήσεις την καμπάνα,

να την κλάψεις,

να την θάψεις

κι ας μη σε αναγνώριζε στο τέλος,

εμένα μονάχα,

εμένα μονάχα θα έχει,

σαν τις ψυχές που γύρω γύρω όλες τους ποτέ δεν με ξεχνάνε.

Ταξιανθία χαμένων νεκρών

τα δικά μου λουλούδια,

άνοιξη παντοτινή

μπηγμένη μες στην καρδιά του χειμώνα.

 

 

*

 


Ελένη Σικελιανός 

μετάφραση από τα αγγλικά: Κατερίνα Ηλιοπούλου 

 

 

[άτιτλο]

 

στο δάχτυλό μου σφηνώθηκε μια σκλήθρα
δέντρου από το
ξύλο που έκαψα
 για να ζεσταθώ
τριβελίζοντας τη σάρκα
 το σκλήθρο
 μου λέει

Ήμουν κάποτε δέντρο!!

 

*

 

Ο αδελφός μου ο Δενδροκόμος

 

τελικά φαίνεται πως
ο αδελφός μου δεν είναι δασολόγος
αλλά και αυτός ασχολείται με τα δέντρα

όταν νιώθει θλιμένος
ή όταν τα πόδια του τρέμουν ή η καρδιά του
πάει να σπάσει, γέρνει

σε ένα δέντρο και αναπνέει

μια φορά έπεσε από ένα δέντρο
(το κλάδευε)
και έσπασε το χέρι του

κούνησε το χέρι του σε έναν περαστικό

κι αυτός του αναταπέδωσε τον χαιρετισμό

Θέλω να πω ότι το δέντρο που τον τραυμάτισε τον βοήθησε
αλλά δεν είναι αλήθεια

Έχω και έναν άλλο αδελφό
αυτός κάνει πράγματα με νεκρά δέντρα
αγαπάει
τον τρόπο που το ζωντανό
μένει μέσα στο ξύλο

 

α, και ο πατέρας -
σκαρφάλωνε στα δέντρα για λεφτά


και μην ξεχνάτε τον παππού του, αυτόν
που μου χάρισε το δέντρο του ποιητή
είχε ένα αγαπημένο πεύκο
ή μήπως κυπαρίσσι;
Το έχω δει αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ
στο χωριό Συκιά (που ονομάστηκε έτσι από συκιές) έγερνε
στο δέντρο του σκεπτικός
όταν όλος ο κόσμος πάει κατά διαόλου
υπάρχουν δέντρα

 

 

[άτιτλο]

 

Έχω ονειρευτεί οδοντογλυφίδες
που γυρνούν στο μητρικό δέντρο

κάθετί ξύλινο να υψώνεται
και να πετάει πίσω
στις ρίζες του 

 

*

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κόιντος 

μετάφραση από τα αρχαία ελληνικά: Γιάννης Δούκας 

 

Σημείωση του μεταφραστή: Ασχολήθηκα, μεταξύ άλλων, και με το έργο του Κόιντου, ποιητή από τη Σμύρνη. Εκτός από την πόλη του, δεν διαθέτουμε την παραμικρή βιογραφική βεβαιότητα, ούτε καν τον αιώνα του (ο 3ος, μάλλον, ή ο 4ος μ.Χ.). Έγραψε Τα μεθ’ Όμηρον σε δεκατέσσερις ραψωδίες. Αφηγούνται τα γεγονότα που έπονται της Ιλιάδας.

 

Αμέσως πριν από τους τριάντα τέσσερις στίχους που μεταφράζω εδώ (12.122-156), η θεά Αθηνά επισκέπτεται τον Επειό στον ύπνο του. Τον παραινεί να φτιάξει έναν Δούρειο Ίππο και του υπόσχεται τη βοήθειά της. Ο τεχνίτης ξυπνά κι ανακοινώνει τ’ όνειρό του στους Αχαιούς:

 

 

Κι έτσι, τότε, οι γιοι του Ατρέα στ’ ανθισμένα λαγκάδια

της κατάφυτης Ίδης στέλνουν άνδρες ταχείς.

Μες στο δάσος εκείνοι, εφορμώντας στα έλατα,

κόβουν δέντρα ψηλά∙ αντηχούν στις χαράδρες

οι κτύποι τους∙ και στα όρη ψηλά οι μεγάλες πλαγιές

τους δρυμούς τους στερούνται∙ κι οι κοιλάδες, στη θέα

γυμνωμένες, πια δεν τέρπουν τ’ αγρίμια όπως πριν∙

έχουν μείνει οι κορμοί και στεγνώνουν, νοσταλγώντας του ανέμου τη δύναμη.

Κι αφού με τους πελέκεις τους οι Αχαιοί τους έκοψαν,

γρήγορα τους μετέφεραν ως τις ακτές του Ελλήσποντου

απ’ το κατάφυτο βουνό∙ στο έργο μόχθησε η ψυχή

και μουλαριών και ανθρώπων. Και οι στρατιώτες κόπιαζαν,

ο ένας εδώ, ο άλλος αλλού, υπηρετώντας τον Επειό∙

άλλοι τα ξύλα έκοβαν με τα αιχμηρά πριόνια τους

και μέτραγαν σανίδες∙ άλλοι με τους πελέκεις τους

από κλαδιά καθάριζαν απριόνιστους κορμούς∙

σε κάτι άλλο μοχθούσε κι ο καθένας. Κι ο Επειός

του ξύλινου αλόγου πρώτα τα πόδια έφτιαξε κι έπειτα

την κοιλιά του, και πάνω της συνάρμοσε από πίσω τα νώτα

και τη μέση, από μπροστά τον τράχηλο, μια χαίτη

στον υψηλό αυχένα εφάρμοσε, που σαν αληθινή να ήταν

κουνιόταν, κι ένα κεφάλι πυκνόμαλλο, ουρά κυματιστή,

αυτιά και μάτια διαυγή και όλα τ’ άλλα

που έν’ άλογο στολίζουν. Και το ιερό έργο υψώθηκε

σα να ’ν’ αλήθεια ζωντανό, γιατί η θεά στον άνδρα είχε δωρίσει

την ακριβή του τέχνη. Όλα μέσα σε τρεις ημέρες τέλειωσαν

μέσ’ από της Παλλάδας την προτροπή∙ κι ο πολυάριθμος στρατός

χαιρόταν των Αργείων και θαύμαζε πώς από ξύλο είχε ξεπεταχτεί

πνοή και γρηγοράδα των ποδιών κι έμοιαζε σα να χλιμιντρίζει.

Και τότε ο ευγενής Επειός για το σπηλαιώδες άλογο,

τα χέρια του εκτείνοντας, στην Τριτωνίδα την ανίκητη προσεύχεται∙

«Άκου, θεά μεγαλόκαρδη, προφύλαξε κι εμένα και το άλογό σου».

Έτσι είπε∙ και τον εισάκουσε η σοφή Αθηνά

κι έκανε αμέσως θαυμαστό για τους θνητούς το έργο του,

και για όσους θα το έβλεπαν και για όσους αργότερα θα μάθαιναν γι’ αυτό. 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γκαμπριέλα Μιστράλ

 

μετάφραση από τα ισπανικά: Λίνα Βέλλιου 

 

 

Φτέρες

 

Εκεί όπου κρύβεται η υγρασία,
τρυφερή και υπάκουη,
κι η βαριά ανάσα της ζέστης
δεν φτάνει τη Μητέρα Γαία,
ανεβαίνουν, ανεβαίνουν σιωπηλές,
σαν λόγια αργά ειπωμένα,
σιωπηλά ανεβαίνουν, ανεβαίνουν
αυτοί οι καλικάντζαροι·χέρια ακίνητα.

 

Κι όταν φτάσουν το ύψος
του ερωδιού ή του φλαμίνγκο,
τότε αναπαύονται και πάλλονται,
πάλλονται από το μυστήριό τους.
Μην τις πλησιάζετε, λέω,
αφήστε τις, κοιμούνται!
Γιατί μόνο εγώ, φάντασμα,
ούτε τις λυγίζω ούτε τις πληγώνω.

 

Ακούστε τις να κοιμούνται, να κοιμούνται,
χωρίς να τους αγγίξετε ούτε τρίχα.
Δεν ζουν ούτε πεθαίνουν,
μονάχα ακούν τη σιωπή,
και απ’ τη σιωπή πλάθουν
κάτι που δεν γνωρίζουμε:
όνειρα παιδιών ή χορούς
σκανταλιάρικων ξωτικών.
Μένουν έτσι μισοκοιμισμένες,
φρουροί του μυστικού τους
και ίσως και του δικού μου ονείρου.

 

Ας κοιμούνται οι ψηλές φτέρες,
σιωπηλές σαν μυστικό,
ας πάλλονται κοιμισμένες
έτσι, σιωπώντας και πάλλοντας.

 

Πόσο γλυκό το κρύο τους μέτωπο
κι η προσδοκία τους για ουρανό!
Στον αέρα πηγαίνουν και πηγαίνουν,
και στέκονται, στέκονται, μένουν,
και μοιάζουν με μοναχό
που παραδίδει την ψυχή του στην προσευχή.
Ας κοιμούνται οι ψηλές φτέρες·
και εγώ θα φυλάω το όνειρό τους. 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ευσταθία Π.

 

 

[άτιτλο]

 

μου πέφτουνε τα σπόρια απ' τα χέρια 

κι όλο φυτρώνουν νέα δέντρα

άγρια ριζώνουνε σε λούκια

και κούτες κλιματιστικών

που είναι από την Κίνα 

δεν είναι από εδώ

 

πιάσανε μάκα τα σεντόνια 

σκόνη από πάτριοτ και μια αστεία ιστορία 

περάσαμε δυο χρόνια στην Ομόνοια

σφάξαμε κι έναν άστεγο στη ρίζα

που ήταν απ' την Γκάνα

δεν ήταν από εδώ

 

και με τα χείλη πάνω στον κορμό του

σφυρίζουμε ανήλιαγο σκοπό

στις νύχτες μας γλιστρούν μετεωρίτες 

πνιγόμαστε στις τρύπες του μετρό

όπου ενας ξεχασμένος πια τουρίστας μας φωνάζει

πείτε μου πώς να φύγω 

δεν είμαι από εδώ

δεν είμαι από εδώ 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

  

 

Ζήσης Κοτιώνης 

 

Και Εξηράνθη η Συκή                                                             

 

 

Μεγάλη θλίψη κι αποστροφή, μαζί με μια βαθύτερη έλξη

προκαλούσε ο πατέρας μου όταν

καβαλώντας τις πέτρινες μάντρες στα νησιώτικα βάθη του Αυγούστου

άδραχνε τα ώριμα σύκα από τις συκιές

και άνοιγε διάπλατα την κόκκινη σάρκα του φρούτου

να ρουφήξει το ενδότερο μάγμα των σπόρων αχόρταγα.

 

Αμέσως μετά, με βαμμένα κόκκινα χείλια, μου πρόσφερε έναν καρπό ανοιχτό

κι εγώ, σαν πρωτάρης, με απαξία και αρκετή σιχασιά

νόμιζα πως με την βρώση του ώριμου σύκου

θα γευόμουνα κάτι από ανθρώπινη σάρκα.

 

Κι όταν ακόμα καβάλα στο χοντρό κλαδί της συκιάς ελισσόμουν

σαν φίδι να φτάσω πιο πάνω

το γάλα ως αίμα χυμένο από ένα σπασμένο κλαδί

κυλούσε στο σώμα μου αργά και κολλούσε

μαζί με τις βούλιμες μύγες σαν βρώμα επάνω στη σάρκα.

 

Κουβαλούσα εντός μου με φόβο

της συκιάς τον χυμώδη πολτό σαν κατάρα

από όταν ήμουν παιδί και ίσως ως τώρα

αν και καθόλου δεν με εμποδίζει εκείνος ο πρώιμος  φόβος

να χαίρω στην όψη της δέσμης των ανοιχτόχρωμων φύλλων του Απρίλη

καθώς τρυφερά και χλωρά ξεπετιούνται

απ’ τα γκρίζα κλαδιά της όποιας συκιάς συναντήσω στο δρόμο.

 

…………………………………………………………………………………………….

 

Όταν την άνοιξη ανοίγουνε διάπλατα όλα προς όλα

και θέλουνε μέσα τους κάτι να μπει

είτε είναι μια μέλισσα σε ένα λουλούδι ανοιχτό

είτε μια σύντομη ευχή στον αέρα, που θα μπει να χαϊδέψει το αυτί της

η χαρά μου μπροστά στο αδόκητο θαύμα ξεφτίζει σε ανοιξιάτικη θλίψη·

τότε φέρνω στο νου μου

την κατάρα που έριξε ο ίδιος ο Γιός του Ανθρώπου σε μία συκιά

μέρες σαν τούτες, πριν απ’ το Πάσχα.

 

Πρωίας δε επανάγων εις την πόλιν επείνασε.

Και ειδών συκήν μίαν επί της οδού ήλθεν επ’ αυτήν,

και ουδέν εύρεν εν αυτή ει μη φύλλα μόνον,

και λέγει αυτή. Μηκέτι εκ σου γένηται εις τον αιώνα.

Και εξηράνθη παραχρήμα η συκή. [1]

 

—Αυτή δεν είναι πράξη θεού, είναι καπρίτσιο ροκ σταρ,

   φώναξε κάποιος από την κερκίδα.

—Τέτοια καπρίτσια… μονάχα οι γιοί βασιλιάδων τα κάνουν.

 

Η πράξη του πεινασμένου γιού του θεού

να ξεράνει το άμοιρο δέντρο με μία κατάρα

ίσως εκφράζει αντίστροφα, την παιδική μου απώθηση για τα ολάνοιχτα σύκα

λες κι ο ανοιγμένος καρπός εκδηλώνει του κόσμου την ακατάσχετη λίμπιντο

που γεμίζει με φόβο τα αθώα παιδιά.

 

—Να μην μπορείς να γεννήσεις, στείρα να μείνεις για πάντα,

   της λέει της συκιάς στα μούτρα ο Κύριος.

 

Κι εκείνη, ως στείρα, αμέσως ξερένεται από ενοχή και ντροπή

αφού δεν αντέχει ένα δέντρο εν ζωή να υπεκφύγει

την εντολή του Πατέρα-θεού: όλα να αυξάνονται και να πληθύνονται

στην τάξη του κόσμου που ορίζει την ώρα για κάθε τι να καρπίσει

σε κάθε ωραία εποχή.

 

Έτσι κι εγώ τώρα, μπορώ να εννοήσω

ότι η κατάρα της ατεκνίας σημαίνει,  απ την μεριά του Υιού,

μια πράξη ριζικής απειθείας προς τον Πατέρα της Βίβλου

και τους απαράβατους νόμους της γενεσιουργίας

εις τους αιώνες, αμήν.

 

Μήπως ήταν η μοίρα του δέντρου, με την οργή του πεινασμένου γιού του θεού

να ξεραθεί για ένα πρόσθετο λόγο, προδρομικά

αφού λίγα χρόνια μετά και λίγες ημέρες —ξανά— πριν το Πάσχα

σε μια συκιά κρεμάστηκε ο προδότης Ιούδας;

 

—Μια μοίρα κακή να έρθει να βρει τη συκιά για μια ακόμα φορά, λέει μια ουράνια     

   φωνή.

 

Με σκοινί κρεμασμένος από ένα γερμένο κλαδί, ο προδότης[2]

με πεταγμένα τα σπλάχνα του έξω

παιδιόθεν λογόκρινε μέσα μου κάθε ελπίδα να χαρώ τη σκιά της συκιάς

στον κήπο των παιδικών μου ονείρων, στο πρώτο μας σπίτι

και να γευτώ τον σαρκώδη καρπό της

σαν μουνί ανοιχτό με αχόρταγη βιάση

και σκέφτομαι τώρα με τρόμο τον χρόνο

που με βία μετατρέπει ένα παιδί καβάλα στο δέντρο

σε ευδόκιμο άντρα.

 

—Γιατί τα βάζεις, Χριστέ μου, με το άμοιρο δέντρο

   που δεν μπορεί να γεννήσει εκτός εποχής;

—Δηλαδή τι περίμενες, ο καρπός να ωριμάσει μονάχα για σένα το Πάσχα;

— Αφού ο δικός σου Πατέρας, το έχει επιβάλλει στη φύση

    ο καρπός να ωριμάζει στο ώριμο θέρος, τι θέλεις εσύ και τώρα θυμώνεις;

—Σου φταίει η συκιά για εκείνο που είναι ή μήπως σου φταίει ο Πατέρας-θεός;

—Μήπως σου φταίνε οι νόμοι αυτού του Πατέρα, που θα σε προδώσει

    και με δική του βουλή, αχ, το ξέρεις, πως θα βρεθείς στο σταυρό;

—Να είναι της συκής η κατάρα, η δική σου άνιση μάχη με έναν Πατέρα-κακό;

 

………………………………………………………………………………………………..

 

Πολύ πιο μετά απ του δέντρου την ξήρανση, δίχως κακία ανθρώπινη ή πατρική

με στόχο μονάχα την καθαρή ομορφιά

έγινε κάποια στιγμή — κι εκλήφθηκε ως θαύμα—

μπροστά στα έκθαμβα μάτια των μαθητών

η Μεταμόρφωση στου Σωτήρα την όψη

συμβάν εξίσου αυθαίρετο μα και καθόλα αντίστροφο

με του άμοιρου δέντρου τον μαρασμό

συμβάν όπου ομόρφυνε ο ίδιος ο Κύριος και μαζί του ο κόσμος

σαν ένα λευκό, ολάνθιστο δέντρο ή σαν νύφη ντυμένη με ρούχα λευκά

και χέρια ανοιχτά σε σταυρό, όπως είναι η μορφή του στον λόφο, στο Ρίο.

 

Πολλοί θυμούνται μονάχα τα θαύματα

ως χρήσιμες πράξεις, που φέρουν εντός τους μια διδαχή και τη σωτηρία

όμως του δέντρου η ξήρανση 

κι η μεταμόρφωση αυτού του ιδίου του γιου του θεού, του σωτήρα

είναι πράξεις επίδειξης αχαλίνωτης ρώμης

και κυριαρχίας αναντίρρητης δίχως ωφέλεια

μα όχι χωρίς στοχευμένο συμβολισμό.

 

Η μεταμόρφωση με ρούχα λευκά, μέσα στο φως που ασπαίρει

είναι συμβάν ριζικής αυτοποίησης

όπως μονάχα τα ζώα το κάνουν κι εδώ τα μιμείται ο Χριστός:

ένα παγώνι που ανοίγει τη φτερωτή του βεντάλια προς το θηλυκό

μια νύμφη που βγάζει φτερά πεταλούδας για να πετάξει

χειροκροτώντας με ένα βελούδινο χρώμα το φως στον αέρα

ή το τζιτζίκι ακόμα, που όλη του η ενέργεια

αντλημένη απ΄ του δέντρου τους περίσσιους χυμούς

γίνεται ήχος, σπασμός και τραγούδι αγάπης όλων προς όλα

προτού πέσει στο χώμα, άδειο από αγάπη, νεκρό.

 

Ίσως κι αυτός, ο σωτήρας, όταν ξεδίπλωνε τα άσπρα φτερά του

ή όταν λαμπρύνονταν μέσα του και φώτιζε διάφανος έξω, τυλιγμένος σε πέπλο

σαν το πλαγκτόν που αστράφτει στον μαύρο βυθό

να μην γνώριζε πόση δύναμη έχει

και να προβάριζε ακόμα, σε πρόβα ανοιχτή στο κοινό

τις τροπές της ισχύος, πέρα από όσα ως τότε ήταν γνωστά

για τις δυνάμεις του ζώου, που είσαι εσύ κι είμαι εγώ.

 

………………………………………………………………………………………..

 

Είμαι η συκή που εξηράνθη δια μιας στον αιώνα με θεϊκή εντολή.

Πώς όμως ακόμα μιλώ, αφού δεν ριζώνω μέσα απ τις πέτρες της γης, ζωντανή

στραμμένη στον ήλιο, για να έχω φωνή;

Ίσως υπάρχω μονάχα όταν ανοίγει η σελίδα του μαύρου βιβλίου

και βγαίνουν στο φως, μια στιγμή, γράμμα-γράμμα οι λέξεις

του Ματθαίου τα όμορφα λόγια

για του νεαρού Ιησού τη θεία κατάρα να στειρωθώ.

 

Και ύστερα πάλι, παύω να υπάρχω

όταν του βιβλίου το χάρτινο σώμα κλείνει ξανά

σώμα πλασμένο απ τον κορμό κάποιου δέντρου

και χάρτινα φύλλα φτιαγμένα από της ξύλινης μάζας τον ξεραμένο πολτό.

 

Είμαι η συκή που εξηράνθη δια μιας στον αιώνα

χαμένη στις κρύες σελίδες, που πιέζονται η μια πλάι στην άλλη

κολλημένες στη ράχη του σκληρόδετου τόμου

και ο τόμος μαζί με τα άλλα βιβλία σε τάξη στριμώχνεται

βουβά σε ένα ράφι, όπου ο κάθε κλεισμένος εντός του υποφέρει

είτε είναι ένα δέντρο ξερό, όπως είμαι για πάντα εγώ

είτε είναι ο γιός, σταυρωμένος από έναν πατέρα κακό.

 

 

[1] Κατά Ματθαίον, 21: 18-19

[2] Αργότερα έμαθα πως ο Ισκαριώτης πρόδωσε τον δάσκαλό του κατόπιν συμφωνίας τους, υπηρετώντας το επαναστατικό σχέδιο, που θα προκαλούσε εξέγερση του λαού κατά των Ρωμαίων κατακτητών, μετά τη σύλληψη του Ιησού. Τότε  θαύμασα τον Ιούδα και αυτός έγινε ο λόγος που άρχισαν να μου αρέσουν τα σύκα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ανθή Κοσμά

 

 

Είσαι ένα ζιζάνιο….

 

Δν περίμενα ποτέ να τις βρω εδώ.

Βρίσκονταν στο κέντρο της πόλης.

Στη βάση μιας πινακίδας που έγγραφε «προς Σύνταγμα».

Παραξενεύτηκα.

 

Άραγε ήταν Πικραλήθρες,
Ραδίκια ή Καβουράκια; Είδη από φαγώσιμα αγριόχορτα.

Η γιαγιά μου, μια αγρότισσα από την Πελοπόννησο θα ξέρει σίγουρα.

 

Η ζωή, η παρέα, η οικογένεια, η γλώσσα και η φυλή τους,

είναι αόρατες στην ανθρώπινη αστική ζωή.

 

Κανείς δεν τις προσέχει.

Βρίσκονται συνήθως στο χείλος της ασφάλτου και στις ρωγμές των πεζοδρομίων.

Συνήθως τις ποδοπατούμε.

Τσαλακώνονται την μέρα,

κι εκείνες τα βράδια με τη βοήθεια της υγρασίας του αέρα,

βάζουν όλη τους τη δύναμη

μήπως αναπλαστούν και ανθίσουν εκείνο το κίτρινο λουλουδάκι.

 

Τα καλοκαίρια ποτίζονται από το αδρευτικό σύστημα που χαρίζουν τα σωληνάκια των air condition.

Αυτό το νερό που δεν είναι ακριβώς απιονισμένο, μα ούτε καθαρό, που δεν πίνετε

γίνεται για αυτές «πηγή ζωής».

 

«Με λένε παρασιτικό φυτό, εποικιστή ή ζιζάνιο…

Αλλά και συνανθρωπιστικό ή συνανθρωπευόμενο, λες και δεν έχω δική μου οντότητα.

Λένε επίσης πως δεν τρώγομαι

μα κανείς δεν ρώτησε τους ιθαγενείς πληθυσμούς από όπου με έκλεψαν

ή τους πεινασμένους που τάισα

 

Κι εμείς δεν έχουμε σκεφτεί πως

αυτές οι πράσινες μικρές φιγούρες,

που ξεφυτρώνουν στις πιο απίθανες σχισμές και μικροκοιλότητες της σκληρής επιφάνειας της πόλης

είναι οι πιστές συντρόφισσες,

μοναδικές κληρονόμοι

εκείνης της γης που πριν βρισκόταν εδώ,

πριν την καλύψουν, την ξεριζώσουν, και την εκτοπίσουν. 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαρίνα Τσβετάγεβα 

μετάφραση από τα ρωσσικά: Ασπασία Λαμπρινίδου  

 

Δύο ποιήματα από τα «Δέντρα», που η Μ.Τ. έγραψε το 1922-23,  όταν ζούσε στα περίχωρα της Πράγας.

 

 

3.

 

Σαν κολυμβήτριες σε κύκλο χαλαρό

σαλεύουν, σμήνος

προστάτιδων νυμφών — κι άξαφνα,

τινάγματα της χαίτης,

 

πίσω ριγμένα κεφάλια και χέρια,

—ένας πάπυρος που ξετυλίγεται! —

και του χορού το ξαφνικό τέλος:

κύματα υπερασπιστών.

 

Ένα λεπτό χέρι στο γοφό…

Ένας  λαιμός τεντωμένος…

Των σημύδων το ασήμι,

τα ζωντανά ρυάκια!

 

9 Σεπτεμβρίου 1922

 

 

8.

 

Κάποιος καλπάζει — για τη μοιραία νίκη.

Από τα δέντρα — νεύματα τραγωδίας.  

Θυσιαστήριος  χορός —των Ιουδαίων.

Στα δέντρα — το ρίγος του μυστηρίου.

 

Μια συνωμοσία ενάντια στην εποχή:

στο βάρος, στα μέτρα, στη διαίρεση, στο χρόνο.

Ιδού — η αυλαία κουρελιασμένη:          

Από τα δέντρα — νεύματα επιτύμβια.

 

Κάποιος καλπάζει. Ο ουρανός είναι —μια είσοδος.

Από τα δέντρα — νεύματα ευφροσύνης.   

 

7 Μαΐου 1923

 

 

 

 

Σημείωση της μεταφράστριας: Η Μ.Τ. έγραψε τα εννέα ποιήματα του κύκλου «Δέντρα» το 1922-23, όταν ζούσε στα περίχωρα της Πράγας.

 

 

Ο Ορφέας Απέργης είναι ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, το Τύφλαντ (Νεφέλη, 2024). 

Η Λίνα Βέλλιου διδάσκει στο Τμήμα Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Ασχολείται με τη λογοτεχνία, το θέατρο και την ποίηση της πρώιμης νεωτερικής Ισπανίας, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μπαρόκ και για αισθητικά ζητήματα όπως το γκροτέσκο και η αναπαράσταση του σώματος και του τερατώδους στην τέχνη. Παράλληλα, μεταφράζει ποιητικά και θεατρικά έργα από τα ισπανικά, από το μπαρόκ έως τη σύγχρονη ισπανόφωνη ποίηση, και ασχολείται με τη δραματουργία. Συνεργάζεται με το «ΦΡΜΚ», περιοδικό αφιερωμένο στη διερεύνηση του ποιητικού φαινομένου. 

Η Φοίβη Γιαννίση είναι ποιήτρια. Η χιμαιρική της ποίηση της διαρρέει ανάμεσα στα μέσα και στα είδη. Ζει στο Βόλο και διδάσκει από το 2000 στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. 

Η γεωργία διάκου είναι συγγραφέας. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καρδίτσα. Ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία- Αρχαιολογία και Σκηνοθεσία στο τμήμα Θεάτρου Α.Π.Θ. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία – πιο πρόσφατο: γλυκέ μου δεινόσαυρε (Πλήθος, 2025). 

Ο Γιάννης Δούκας γεννήθηκε το 1981 στην Αθήνα. Τα ποιήματά του κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πόλις: Στα μέσα σύνορα (2011), Το σύνδρομο Σταντάλ (2013) και η θήβα μέμφις (2020). Είναι διδάκτωρ κλασικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Γκόλγουεϊ. Θέμα της διατριβής του ήταν η διακειμενικότητα στην επική ποίηση της Ύστερης Αρχαιότητας και οι μέθοδοι ψηφιακής της αναπαράστασης.

Η Κατερίνα Ηλιόπουλου έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία ποίησης και μια συλλογή διηγημάτων (από τις εκδ. Μελάνι), ένα ποιητικό πεζό (από τις εκδ. ΦΡΜΚ), και το μυθιστόρημα Παραντί (Εστία, 2026). Είναι επίσης επιμελήτρια και συν-συγγραφέας δύο βιβλίων δοκιμίων για την ποιητική. Έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ ποίησης, και η ποίησή της έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Μεταξύ των δικών της μεταφράσεων, περιλαμβάνονται έργα της Σίλβια Πλαθ και του Γουόλτ Γουίτμαν. Είναι διευθύντρια του περιοδικού ποίησης, εικαστικών και θεωρίας, «ΦΡΜΚ». Ζει στην Αθήνα.

Ο Ζήσης Κοτιώνης είναι αρχιτέκτων Ph.D., συγγραφέας και εικαστικός καλλιτέχνης. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Τα αρχιτεκτονικά του έργα και πρότζεκτς έχουν διακριθεί, δημοσιευτεί και εκτεθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει συγγράψει και επιμεληθεί δεκατρία βιβλία θεωρίας, αρχιτεκτονικής, δοκιμίου, πρόζας  και αφηγηματικής ποίησης. Το εικαστικό του έργο περιλαμβάνει αντικείμενα, γλυπτικά έργα, εγκαταστάσεις και δράσεις στο δημόσιο χώρο, και έχει δημοσιευτεί και εκτεθεί σε μουσεία, και πανεπιστήμια διεθνώς. Κατά καιρούς, έχει δημοσιεύσει άρθρα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Το 2010, εκπροσώπησε την Ελλάδα στη Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας.

Η Ανθή Κοσμά –ή “ανθόκοσμος”– καλλιεργεί περιβόλια αυθόρμητων σχεδιoασμάτων ανάμεσα στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, την ομάδα “Imprográfika”, χάρτινες επιφάνειες και οθόνες πιξελ.

Η Ασπασία Λαμπρινίδου γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία-αρχαιολογία και θέατρο. Δίδαξε πολλά χρόνια στη μέση εκπαίδευση. Γράφει και μεταφράζει (αγγλική και ρωσική) ποίηση.

Η Γκαμπριέλα Μιστράλ (1889–1957) ήταν Χιλιανή ποιήτρια, παιδαγωγός, δημοσιογράφος και διπλωμάτης, μία από τις σημαντικότερες μορφές της λογοτεχνίας της Λατινικής Αμερικής. Η ποίησή της, βαθιά λυρική και συναισθηματικά φορτισμένη, κινείται γύρω από θέματα όπως η φύση, η αγάπη, η μητρότητα, η απώλεια, το ταξίδι και η αναζήτηση μιας λατινοαμερικανικής ταυτότητας που διαμορφώνεται ανάμεσα σε ιθαγενείς και ευρωπαϊκές παραδόσεις. Το 1945 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, πρώτη συγγραφέας από τη Λατινική Αμερική που έλαβε τη διάκριση αυτή. 

Η Ευσταθία Π. είναι εκπαιδευτικός, επιμελήτρια και υπ. διδ. του Τμήματος Θεάτρου του ΑΠΘ. Έχει δημοσιεύσει δύο βιβλία ποίησης (γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας, Θράκα, 2022· και Σίνγκερ, Θράκα, 2025). Τη δεδομένη στιγμή, ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

H Ελένη Σικελιανός, δισέγγονη του Άγγελου Σικελιανού και της Εύας Πάλμερ-Σικελιανού, γεννήθηκε το 1965 στη Σάντα Μπάρµπαρα της Καλιφόρνιας. Βραβευµένη ποιήτρια, της οποίας το έργο έχει µεταφραστεί σε 12 γλώσσες, έχει γράψει, µεταξύ άλλων, τις συλλογές Earliest Worlds, The Monster Lives of Boys & Girls (βραβείο National Poetry Series), The California Poem και The Loving Detail of the Living & the Dead, καλύτερο βιβλίο του 2013 σύμφωνα με το «Library Journal». Μεταξύ άλλων, έγραψε και το «υβριδικό απομνημόνευμα» Το βιβλίο του Τζον (Πατάκης, 2014, μτφρ.: Κατερίνα Σχινά), καλύτερο βιβλίο της χρονιάς από τα βιβλιοπωλεία «Barnes & Noble». Κυκλοφορεί επίσης το έργο της Εσύ, η ζωώδης μηχανή. Η χρυσή Ελληνίδα (Πατάκης, 2022, μτφρ.: Κατερίνα Σχινά). Διδάσκει δηµιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Μπράουν.

 

  *** Πατήστε εδώ για τα περιεχόμενα του τεύχους *** 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου