20260704

δ. κατιώνη + ά. παραφέλας : 5 θεματικές


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δήμητρα Κατιώνη και Άκης Παραφέλας

 

Πέντε θεματικές

 

Για την εκδήλωση του «Με τα λόγια [γίνεται]» την Παρασκευή 21.02.2025, στο Θέατρο Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, με τον Άκη Παραφέλα συναποφασίσαμε να αναπτύξουμε πέντε θεματικές. Να μιλήσουμε για αυτές, με αφορμές από το έργο του άλλου. Ο ένας του άλλου. Αυτά είναι τα κείμενα που ακούστηκαν από εμένα.

 

1.  Τρυφερότητα

 

«κατερίνα

i.                    μια μεγάλη γυναίκα στο δωμάτιο. Έξω έχει ήλιο. Ένα πορτοκαλί χρώμα. Φοράει μια γαλάζια καζάκα. Σκυμμένη στον νεροχύτη. Πλένει, σκουπίζει τα πιάτα. Γιαγιά, τι κάνεις εκεί, λέω. Χαμηλά, μην την τρομάξω. Ήρθε, μ’ αγκάλιασε. Γιατί δουλεύεις ρε γιαγιά, λέω ξανά. Έκανε να κάτσει πίσω στην καρέκλα. Κουράζομαι. Μου ‘μάθαν μόνο να κουράζομαι. Κοίτα εσύ, μου λέει. Πόσο ακόμα, λέει. Δεν φτάνω. Κι άλλο να μ’ αγαπάς δεν είναι ώρα

                                                                                              δεν φτάνω»

(Άκης Παραφέλας, Παρασημαντική, εκδ. Ενύπνιο 2018, σελ. 48.)

 

Η τρυφερότητα είναι μία κληρονομιά που περνά από γενιά σε γενιά άφθαρτη, καλύτερα από σεμέν. Μεταδίδεται με το άγγιγμα ή με τα λόγια, και όπου δεν υπάρχει πατροπαράδοτα, πρέπει να εφευρεθεί. Στην Ελλάδα, ζούμε από τρυφερότητα. Από μία εύνοια της τύχης, αλλιώς. Η τρυφερότητα σε παραλαμβάνει και σε αναλαμβάνει, όταν όλοι σε έχουν εγκαταλείψει. Νόμοι, κανόνες, ελπίδα, αγάπη. Η τρυφερότητα είναι το αντίθετο της εξουσίας, το αντίδοτο στον πόλεμο, συνώνυμο του σθένους και φυσικό γιατρικό της ασθένειας που κουβαλάμε προπατορικά και λέγεται συνείδηση της συνείδησης. Είναι μια ιδιότητα θεϊκή, με την έννοια ότι την κοινωνούμε δυνάμει πανανθρώπινα.

Ένα ποίημα, όσο σκληρό κι αν είναι, πρέπει να την φέρει. Ή να την ευαγγελίζεται. Αλλιώς το ποίημα μοιάζει με έγκλημα. 

 

2. Τρομακτικότητα*

            

                                                 « παραβολή για τις παραβολές

ξερό και λεριασμένο

το σώμα της

τάισε τρίμματα

ένα λαό σπουργίτια

το χειμώνα

κι αυτά την άνοιξη

της στόλισαν τον τάφο λάσπη

έκοψαν τα φτερά τους

τα ράμφη τους παράτησαν στα δόκανα

κι άρχισαν να χαρίζονται βορά

στη μνήμη της

 

ματαιώνοντας την όποια προσφορά»

(Ά. Π., Παρασημαντική, σελ. 33)

 

Τρομαχτικότητα είναι να συνειδητοποιείς ότι ο μόνος τρόπος που έχεις για να σωθείς, είναι και για να χαθείς. Ότι χάνεσαι, αλλά στο μεταξύ πρέπει να σωθείς. Ή κάτι να σώσεις. Ή κάτι να σωθεί όσο χάνεσαι, επειδή χάνεσαι. Τρομαχτικότητα δεν είναι ο θάνατος, η απώλεια, ο αποχωρισμός. Είναι να βλέπεις την αδυναμία να ζήσεις χωρίς τα παραπάνω. Την άνευ όρων παράδοσή μας στον χρόνο, σαν να μην έχουμε άλλη επιλογή. Χωρίς να έχουμε επιλογή. Ο χρόνος ήταν η μόνη συνθήκη μέσα στην οποία θα μπορούσε να ευδοκιμήσει η ματαιότητα. Και η ματαιότητα ήταν η μόνη μάνα που θα μπορούσε να γεννήσει την ομορφιά. Και η ομορφιά τη ζωή.

Η Ελλάδα είναι η χώρα της τρομαχτικότητας καταστατικά και ανέκαθεν. Στην «παραβολή για τις παραβολές», ο θάνατος ταΐζει τη ζωή και η ζωή τον θάνατο. Αυτό δεν είναι πρωτότυπο. Στο ποίημα, όμως, αυτό, κάποιος λυπάται. Κάποιος κοιτάζει το μάταιο. Τα μάτια του βλέπουν την ματαιότητα και θλίβονται. Το να μην είσαι κυνικός με τη φιλοσοφία, να την δημιουργείς και να τολμάς να την πονάς και να την εξάγεις ως τέχνη, αυτό είναι που η Ελλάδα παράγει, έχει παράξει τέλος πάντων, ως τόπος, ως γεωγραφία, ως ιστορία και ως συγκυρία.

 

*λέξη της μικρής Ε. Λ.

 

 

3. Οι φωνές των άλλων

 

«ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΓΝΩΣΤΗΣ

 

Λέει

«μπορώ να σε διαβάσω

σαν ανοιχτό βιβλίο»

και πιστεύει

ότι μπορεί να καταλάβει

κάθε ανοιχτό βιβλίο

που διαβάζει»

(Erich Fried, Κόβοντας με τα δόντια το κεφάλι της ποίησης, μτφρ.: Γ.Λίλλης - Ά. Παραφέλας, εκδ. Ενύπνιο, σελ. 88.)

 

Η κόρη μου λέει, όταν διαβάζουμε παραμύθια: «σε πόσες γλώσσες θα μεταμορφωθεί αυτό το παραμύθι, μαμά;»

Όταν η Παυλίνα Παμπούδη έκανε τα μαγικά της και βγήκε το πρώτο μου βιβλίο, ήμουν 24 ετών. Κατέβηκα τον χάρτη από τη Θεσσαλονίκη μέχρι την Αθήνα για να την γνωρίσω. Με ρώτησε αν ξέρω γερμανικά, είπα  «ναι»  και μου έδωσε τις Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε. Για να τις μεταφράσω εγώ και για να ερευνήσει η ίδια η Παυλίνα Παμπούδη πώς η άγνοια, το θράσος και η νεότητα επενεργούν πάνω στα αριστουργήματα.

Με έπιασε ζάλη. Μου ήταν αδύνατο να μεταφράσω. Όλα φαίνονταν συμπαγή και ακλόνητα και αντιστέκονταν όπως ένα κύριο όνομα. Όπως το «Ράινερ Μαρία Ρίλκε» ήταν όλες οι λέξεις. Άγνωστες, μακρινές και αμετακίνητες. Από τότε μεταφράζω μόνο ανεπίσημα. Και διαλέγω κείμενα που βρίσκονται μακριά από τον καυτό πυρήνα της υπάρξεώς μου. Διότι αλλιώς νιώθω σαν να μεταφράζω τον καταστατικό μου χάρτη. Και σαν να παραδέχομαι ένα σύνταγμα γραμμένο σε ξένη γλώσσα.

Η αδυναμία μου αυτή να απομακρυνθώ τόσο ώστε να μεταφράζω τον άλλον και να μην καταπίνω τη γλώσσα του αμάσητη, θεωρώ ότι είναι μία χυδαιότητα που δεν μπορώ να αποταχθώ και την οποία πλήρωσα και πληρώνω πολύ ακριβά.

Ο 20ος αιώνας, με την ψυχανάλυση, μας δίδαξε ή μας θύμισε ότι τα πάντα είναι προϊόν μετάφρασης. Ότι δηλαδή η γλώσσα είναι προσωπική, ιδιωτική. Και ότι δεν την μοιραζόμαστε. Κοινωνούμε απλά από ένα δοχείο κοινό, ο καθένας τα δικά του υλικά.

 

4.  Αποχωρισμός

 

«όταν το μαχαίρι

 

στου αφανιστή

τα δάχτυλα τρεκλίζει

 

η απόφαση»

 

(Ά.Π., Παρασημαντική, σελ. 32.)

 

Η λέξη «αποχωρισμός» είναι για μένα συνώνυμη με τη λέξη «απόφαση». Ο αποχωρισμός είναι η απόφαση που παίρνεις να ξεγαντζώσεις τα νύχια σου από το δέρμα του άλλου. Σε μία σχέση, η απόφαση αυτή μεταφράζεται σε χωρισμό ή έναρξη της σχέσης. Στον θάνατο, ονομάζεται «λήξη του πένθους». Μέσα μας, η απόφαση, η μόνη απόφαση, είναι απόφαση ενηλικίωσης. Να χωρέσουμε στο δέρμα μας ταπεινά, αλλά και να το γεμίσουμε χωρίς κενά, να πληρώσουμε τον χώρο που μας αναλογεί στο σύμπαν, χωρίς ρυτίδες. Να αποδεχθούμε ότι είναι το ίδιο ακατόρθωτο να επηρεάσουμε το μέλλον, όσο να αλλάξουμε το παρελθόν. Να αποχωριστούμε, δηλαδή, τον Άλλον, σε οποιαδήποτε μορφή. Ελπίδας ή θρήνου. Θύτη ή θύματος.

 

5.  Έρως μπανάλ;

 

Ο Ά. Π. στην Παρασημαντική έχει γράψει μία από τις μεγαλύτερες αφιερώσεις που έχω συναντήσει ποτέ στη ζωή μου. Αυτήν κι όχι κάποιο ποίημα διαλέγω να παραθέσω σε αυτό το κεφάλαιο. Το τελευταίο. Του έρωτα.

Επειδή η αφιέρωση αυτή επέχει θέση ποιήματος και σίγουρα φέρει το βάρος του.  Κι επειδή ένα βιβλίο είναι πάντα σε κάποιον αφιερωμένο. Αφιέρωση, θυσία, από τις παλιές. Με αίμα και χοές.

 

«για κείνη. Που πήρε το σχήμα χιλιάδων προσώπων. Ζήτησα ένα, μόνο ένα. Μου το έδωσε και το φόρεσα στον λαιμό μου και είπα σε βλέπεις δείχνοντας. Είσαι τυφλός μου απάντησε και στάθηκε γυμνή. Μα φυσικά σε βλέπω της λέω, σαν να μου είχε κάνει πρώτη την ερώτηση. Οι όψεις μας. Σακατεμένοι ορισμοί σε μάτια δίδυμα σακατεμένα εξίσου, μου εξήγησε και. Λίγο φως ραγίζουμε. Σκέφτηκα, ευτυχώς. Ήμουν κιόλας πανέμορφα γυμνός μπροστά τους.»

Ο έρωτας είναι μια πράξη ποιητική ή η ποίηση είναι μια πράξη ερωτική; Εδώ το ερωτηματικό μπορεί να τεθεί και για την λέξη «πράξη».

«Όταν ήρθα στην Ελλάδα, το 1972, μες στη δικτατορία, σκέφτηκαν τι θα ήταν εκείνο που θα μπορούσε να ενδιαφέρει τον τόπο ουσιαστικά. Όχι καιροσκοπικά ή με το μέσον ενός συνθήματος. Και άρχισα να πραγματοποιώ τον Μεγάλο Ερωτικό. … Η υποδοχή που έγινε στο έργο το 1972, ήταν ότι «ήρθε ο Χατζιδάκις με τα ερωτικά του τραγούδια ενώ ο κόσμος εκαίγετο». Κανένας δεν κατάλαβε ότι το μοναδικό αίτημα της εποχής ήταν να ξαναβρούμε την αξιοπρέπειά μας και την ποιητική καταγωγή μας.» (Τα λόγια του Μάνου Χατζιδάκι, τα ξέρω από μνήμης, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρη ότι μπορεί κανείς να τα βρει και στο Ο καθρέφτης και το μαχαίρι (εκδ. Ίκαρος, 1988)).

Όταν βρεθήκαμε με τον Άκη για να στήσουμε τις θεματικές αυτές, σκεφτήκαμε τον έρωτα ως πιθανό άξονα. Η δεύτερη σκέψη και των δύο ήταν μήπως ο έρωτας είναι πια, μήπως, επιτέλους, είναι πια μπανάλ. Η σκέψη αυτή ευτυχώς μας τρόμαξε κι έτσι καταλήξαμε στην τελευταία μας θεματική, αυτήν του έρωτα.

Κατηγόρησαν τον ποιητή ότι κάθεται σε ένα δωμάτιο μόνος του, με κλειστά μάτια και αυτιά, και γράφει για τον εαυτό του, από και προς τον εαυτό του. Αν υπήρχε ένα τέτοιο δωμάτιο, θα με ενδιέφερε πολύ. Μέχρι τότε, μέχρι να βρεθεί, είμαι αναγκασμένη να γράφω γνωρίζοντας. Να γράφω με τους άλλους. Με τη δυστυχία των καιρών, με την ματαιότητα των πάντων, με τον πόλεμο κουνούπι στο αφτί μου και μαχαίρι στα σπλάχνα μου, με τη δυστυχία μου, με την αδικία μου, με την αποτυχία μου. Και είναι επιλογή μου, πολιτική επιλογή και τοποθέτηση εναργής και ενσυνείδητη, να γράφω από έρωτα και για τον έρωτα.

Δηλαδή να τοποθετούμαι καταφατικά στην εξαναγκασμένη συνθήκη της ύπαρξης. Και να την διαθέτω, την ύπαρξή μου, απλόχερα και χωρίς δεύτερη σκέψη σε έναν έρωτα, μία ιδέα, ένα λουλούδι, ένα βλέμμα του, ένα παιδί, σε μία ελάχιστη στιγμή. Και να μην μιλώ για τίποτε μεγάλο. Και να χωρώ στο σημείο αυτό, από όπου εκπορεύεται πάντα, για πάντα η ζωή. Ένα απλό χαμόγελο.

 

Δήμητρα Κατιώνη

 

*

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

5 περιστροφές γύρω από 5 λέξεις με τη Δήμητρα

 

Α.   Τ Ρ Υ Φ Ε Ρ Ο Τ Η Τ Α

 

Όταν η Δήμητρα μού χάρισε το τελευταίο της βιβλίο, τής έγραψα μετά από λίγο καιρό: «Το βιβλίο με την πιο ωραία αφιέρωση του κόσμου, μου άρεσε, λοιπόν, πάρα πολύ. Υπάρχει μια μετουσιωμένη τρυφερότητα που την είχα ανάγκη, ακόμη και στις πιο "άγριες" εμφανίσεις της». Δεν θα προδώσω ποια ήταν η αφιέρωση∙ θα βρεθούμε να κουβεντιάζουμε πολιτικά – και αυτό καλύτερα να γίνει λίγο αλλιώς. Εξάλλου, εκείνο που τώρα αναζητώ διαφεύγει των συμπαγών τοποθετήσεων. Έτσι, θα μετακινηθώ ασύνταχτα και συνειρμικά. Θα ’ναι βράδυ του Νοέμβρη του ’24, και μια άλλη φίλη αυτή τη φορά, σε έναν τόπο κλειστό και άφωτο όπου βαράει σκληρά μια μπότα 4/4 διάλυσης, θα με αγγίξει στον ώμο και θα μου πει φευγαλέα: «μην απελπίζεσαι», συνεχίζοντας κατόπιν να χορεύει. Έκτοτε θα μάθω να λέω «σκοτάδι μου» και. Να αισθάνομαι πως καλώς ή κακώς η τρυφερότητα μάς επισκέπτεται ήσυχα, απροειδοποίητα και σχεδόν πάντα μέσα απ’ τα συντρίμμια, πάνω απ’ τα ερείπια, συχνά στην πλάτη κάποιας εγκατάλειψης. Είτε πρόκειται για τα συντρίμμια ενός παλιού Ντιτρόιτ είτε για τα κατεβασμένα ρολά μιας Θεσσαλονίκης που αφήνουν όλοι, θέλοντας ή μη, μετά τα 30. Η τρυφερότητα είναι και αυτή μια συναρμογή ερειπίων που. Κάπως τα κατάφερε και το μοιράζεται αυτό. Κι αν δεν είναι έτσι, ίσως να είναι ύποπτη. Τρυφερότητα επενδυτική ή από ύψος δεν είναι τρυφερότητα, αλλά. Σκληρό μπράτσο και κίνδυνος. Ανάποδα τώρα: Τρυφερότητα μοιάζει να είναι αλληλεγγύη αν της προσθέσεις ένα ζεστό χάδι στον αυχένα ή στο μάγουλο. Ακόμα. Η συντροφικότητα και η ελευθερία που έχει ένα παιχνίδι χωρίς έπαθλο. Γιατί στα παιχνίδια οι κόκκινοι αγκώνες και οι γρατζουνιές στα γόνατα δεν μας πληγώνουν, αλλά με έναν περίεργο τρόπο μας κάνουν έναν κόμπο χνουδωτό στο μεταξύ μας. Κι αν όλα τα παιχνίδια έχουν δικαίωμα κάποτε να σπάσουν, όπως έλεγε ο Πόρτσια στις Φωνές του, θέλω να πιστεύω πως τούτο σε κανέναν άλλον τόπο δεν μπορεί να συμβεί πιο απαλά από τα ποιήματα. Τα όμορφα ποιήματα είναι πάντοτε τρυφερά, γιατί σ’ αφήνουνε να σπάσεις. Τα όμορφα ποιήματα σου λένε πάντοτε, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, έλα να παίξουμε. Ακόμη κι αν εννοούν το κεφάλι μας στο ατράνταχτο τσιμέντο. Θα σπάσει. Έλα να παίξουμε! Αυτά είναι δυο όμορφα ποιήματα:

À

Ένα αόρατο

Με ένα κοριτσάκι φόρεμα

Καμιά φορά

Για παιχνίδι

Το φορώ ανάποδα

Φόρεμα από ένα κοριτσάκι αόρατο

Και μια φορά

Για παιχνίδι

Με φόρεσε ανάποδα αυτό

Και τυφλωθήκαμε

Απ’ τα βλέμματα

Κι οι δυο

 

À

Ποιήμα που λέει

Που μιλά μουσική

Που τρέχει εικόνες

Που κυλά

Που αντέχει

Που χωρά

Ποιήμα που

Φυλακή που

Έμμετρη θαλπωρή

Γι από κάτω να κοχλάζει

Γι ανάμεσα στις λέξεις να

Τρίβεται και να χαϊδεύεται

Ο αχώρετος

Ο αβάσταχτος άλλος

Ο καθημερινός αυτόχειρ

Ο κόσμος-κραυγή


(Δήμητρα Κατιώνη, Το Παραμύθι από Ψηλά, εκδ. Ροές, 2008)

 

Β.   Τ Ρ Ο Μ Α Χ Τ Ι Κ Ο Τ Η Τ Α: λέξη της Εύας

 

Στο ιστορικό του μυθιστόρημα, 14η Ιουλίου (ημέρα άλωσης της Βαστίλλης), ο Éric Vuillard, περιγράφοντας, με τον τρόπο του, τα γεγονότα της πιο λαμπρής, ίσως, ημέρας της Γαλλικής Επανάστασης, σημειώνει σε κάποιο σημείο: «Η πραγματικότητα απογύμνωσε τη μυθοπλασία. Όλα έγιναν αληθινά». Η σκέψη του αυτή βέβαια αναφέρεται σε μια στιγμή ρήξης. Σήμερα, έχω την αίσθηση, διαβάζεται εντελώς ανάποδα. Η ήττα της μυθοπλασίας από το πραγματικό, μάλλον στενεύει τον ορίζοντα, υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο μιαν άφθονη αγριότητα. Γι αυτό και η λέξη που επινόησε η μικρή μεγάλη φίλη μου, η Εύα, μού φαίνεται μια ωραιότατη πράξη παιδήλικης αντίστασης. Και μάλιστα πολύ πολύ γενναίας, μια και. Δεν αντιτάσσει καμία ζαχαρένια ωραιοποίηση, αλλά, έστω και διαισθητικά, προειδοποιεί: «Άνθρωποι, ποιήματα, ποιήτριες και ποιητές, ακούσατε ακούσατε! Μπροστά τριγύρω: Τρόμος ενόψει!» Και το να συλλαβίσεις έστω τη λέξη τρόμος, συνιστά καταρχήν μια παραδοχή εσωτερικής και εξωτερικής ασφυκτικής πολιορκίας που. Παγώνει οθόνες, γλώσσες και δόντια και δάχτυλα και που. Κάνει την ποίηση τότε, ας πούμε, μια στενή λωρίδα αδύνατης γης που κυκλώνεται κυκλώνεται. Έως αφανισμού της. Και πώς, αλήθεια, να τα βάλει με τους πραγματικούς; Όμως, να υπολογίσουμε και κάτι άλλο. «Το γράψιμο», σύμφωνα με τον Παλαιστίνιο ποιητή Μαχμούντ Νταρουίς, «είναι ένα μικρούλι μυρμήγκι / που δαγκώνει τον αφανισμό». Είναι και αυτό μια δυνατότητα και μια επιλογή που μπορεί να κάνει ένα ποίημα. Να γίνει ένα μικρό ενοχλητικό μυρμήγκι. Με τον δικό του, ολόδικό του θόρυβο. Μες στα ρουθούνια του ελέφαντα που θα στοχεύσει. Με όποιον θόρυβο επιλέξει. Και με τη σκέψη αυτή δεν έχω υπόψη μου (απαραίτητα) τους τηλεβόες. Ούτε και τίποτα το ατρόμητο. Είναι λάθος να ζητά κανείς σώνει και ντε ηρωισμούς από τις λέξεις. Ο φόβος στον πυρήνα του είναι πολλές φορές το ύψος του θάρρους. Και πείσμα είναι, ίσως, τούτη η συνείδηση. Η πρακτική σοφία να αποφεύγεις στο τσακ την απόγνωση, ώστε. Να επιμένεις. Να επιμένεις πράγματι ανεξήγητα, και πάντως παρά τον πιο σκληρό καιρό. Πολύ πιο ζεστά κι ανθρώπινα, το ίδιο πράγμα από τη Δήμητρα δοσμένο:

 

Απελπίσου

αθόρυβα, σαν τον σπόρο που μόλις φυτρώνει. Να μεγαλώσεις κι άλλο, γρήγορα. Να μοιάζει μικρούλα η απόγνωση.

(Ζώα - Φυτά, εκδ. Κέδρος, 2023)

 

Και τότε; Τότε, δεν ξέρω. Θα δούμε τι ποιήματα θα έχουν γραφτεί ως τότε. Και η πολιορκία; Ούτε γι’ αυτήν ξέρω. Μόνο θυμάμαι πως ο Νταρουίς, στην έξοχη μετάφραση του Μπλάνα, έλεγε πως: «θα κρατήσει, / ώσπου να τους διδάξουμε να γράφουν / όμορφη ποίηση: την ποίησή μας». Ώς τώρα, φαίνεται πως δεν τα ’χουμε ακόμη καταφέρει εντελώς. Μα τι πελώρια υπόσχεση και φυλαχτό είναι τούτο το εντελώς που ασημίζει;

 

 

Γ.   Φ Ω Ν Ε Σ  Τ Ω Ν  Α Λ Λ Ω Ν

 

«Καθένας μας ίσως / θάθελε να ’ναι κάτι άλλο απ’ ό,τι είναι. Άλλος τ’ αντέχει περισσότερο ή λιγότερο / άλλος καθόλου. Η μοίρα, καθώς λένε, μας δένει μες στον κύκλο του ακατόρθωτου / να τριγυρνάμε γύρω-γύρω στο πηγάδι, όπου μέσα του μένει / κλεισμένο, σκοτεινό, αξεδιάλυτο το πρόσωπό μας». Οι στίχοι αυτοί ανήκουν στον Γιάννη Ρίτσο και είναι από τον ποιητικό μονόλογο «Ισμήνη» που εντάσσεται στην Τέταρτη Διάσταση. Την Τέταρτη Διάσταση, μου την έκανε δώρο, μαζί με άλλους, ο πρώτος μου έρωτας, όταν ήμουν είκοσι χρονών. Η αλληγορία ανάμεσα στον έρωτα και σε μιαν άλλη εμπειρία του χρόνου και του χώρου ίσως είναι πια αρκετά κιτς ή έστω πασέ. Όμως, για εμένα, ακριβώς γι αυτούς τους λόγους, αποβαίνει πολύτιμη. Άλλωστε, δεν είχα την τύχη να γεννηθώ σε ένα μεγάλο δωμάτιο με μια παλιά βιβλιοθήκη. Αντ’ αυτού, έμαθα τον ύμνο του ΠΑΟΚ απ’ έξω και ανακατωτά πριν καν μάθω να διαβάζω και χωρίς να βλέπω ποδόσφαιρο, και. Νιώθω μια κρυφή ευχαρίστηση ιστορικής εκδίκησης, κάθε που διαπιστώνω πως τα ποπ τραγούδια των ’90s έχουν γίνει τρόπος εστέτ διασκέδασης. Το κιτς είναι συχνά η ομορφιά στην οποία έχουν πρόσβαση οι πολλοί, κι αυτό για εμένα εμπεριέχει μια βαθιά συγκίνηση. Όπως και να ’χει, ο Ρίτσος μου έμαθε ν’ αγαπώ την ποίηση, γι αυτό τον κρύβω παντού στις λέξεις μου. Την πονηριά μου αυτή, ξετρύπωσε εύκολα ο Βασίλης Αμανατίδης, όταν με χίλιες δυο αμηχανίες του έστειλα τα κείμενα που θα γινόταν αργότερα το πρώτο μου βιβλίο. Έπειτα, ο Βασίλης έγινε φίλος μου, και δάσκαλος, και κάποιο απόγευμα στο καφέ-μπαρ «Stretto» της Καρόλου Ντηλ μου χάρισε το εξής: «Ο Αρανίτσης», μου είπε, «συγκρίνοντας τον Ρίτσο με τον Καβάφη, έγραψε πως ο μεν Καβάφης ήταν συλλέκτης πεταλούδων, ενώ ο Ρίτσος χείμαρρος και καταρράκτης.» Μου άρεσε πολύ αυτό. Ως χείμαρρος, ο αγαπημένος μου ποιητής θα μπορούσε να συνεχίσει να μου κόβει την ανάσα, εις τους αιώνας των αιώνων. Στη Δήμητρα, εγώ τουλάχιστον, δεν μπόρεσα να ξετρυπώσω αντίστοιχες πονηριές. Άλλωστε, όταν παρέλαβ,α από γνωστή πλατφόρμα μεταχειρισμένων βιβλίων, Το Παραμύθι από Ψηλά, η μόνη βουερή διακειμενική αναφορά που εντόπισα ήταν μια τεράστια μπλε σφραγίδα «ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ». Στην πρώτη κιόλας του σελίδα. Κι ακόμα μια σφραγίδα «ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ» στην επόμενη: το σύνολο, δύο τιμές. Ένεκεν ποιού, ποιάς ή τέλος πάντων τίνος πράγματος, μου ήταν άγνωστο. Συνεχίζοντας, όμως, να διαβάζω το βιβλίο μέχρι τέλους, συνάντησα ξαφνικά μασκαρεμένο, έτσι ώστε να χάσκει και να τον προδίδει η ομορφιά του, τον κύριο Ντίνο: «Τα πρόβατα απήργησαν / ζητούν καλύτερες συνθήκες σφαγής», έγραφε στα Μικρά Ποιήματα εκείνος.

 

À

Τα σεντόνια μου απεργούν. Ζητούν πεισματικά πιο

υγιεινές συνθήκες αγάπης, πιο φιλικά όνειρα, τέρμα

στις παραιτήσεις χωρίς αποζημίωση, πρόσληψη

όλων των απορριφθέντων ανειδίκευτων χεριών.

 

Γράφει η Δήμητρα στην τελευταία σελίδα. Δεν είμαι σίγουρος τι κάνανε αυτοί οι δυο μαζί. Μονάχα μου άρεσε να σκέφτομαι πως με τόσες άσκοπες τιμές, κρυφογελούσαν.

 

 

Δ.   Α Π Ο Χ Ω Ρ Ι Σ Μ Ο Σ

 

Αποχωρίζομαι σημαίνει, ίσως, αφήνω έξω από το Ζώα-Φυτά, τα πράγματα. Πράγματα, ας συμφωνήσουμε για συντομία, πως είναι και τα ονόματα, οι χώρες και τα χρώματα. Αποχωρίζομαι δεν σημαίνει καθόλου, νομίζω, αποτελειώνω έννοιες, αλλά. Δεν γνωρίζω αν έβαλες σήμερα το μπουφάν σου, πού ακούμπησες το κινητό πριν βάλεις τα παπούτσια σου, τι έφαγες το μεσημέρι, αν χαμογέλασες αν έκλαψες καθόλου, κι αν θα γυρίσεις να κάτσεις ανυπόμονα στην καρέκλα της κουζίνας το απόγευμα, μέχρι να ξεσκεπάσω το πιάτο με το φαγητό. Χωρίζω θα πει διαρρηγνύω τον κύκλο των κοινών πραγμάτων. Θα πει και φεύγω, αποχωρώ σε κάτι που πια θα μοιάζει αδιαπέραστο για εσένα. Εγώ δεν ξέρω να χωρίζω, παρά μονάχα. Να φαντασμαγαπώ, για να το πω και εγώ με της Εύας τον τρόπο. Φαντασμαγάπη θα πει επιστροφή στο αίνιγμα της απουσίας. Όχι για να γεμίσει το κενό. Δεν είμαστε, θαρρώ, ιερείς, ώστε ν’ αρχίσουμε τους εξορκισμούς. Αλλά γιατί κενά δεν υπάρχουν. Και η επιστροφή δεν είναι μιαν άλλη εμμονική περιστροφή γύρω απ’ τα ίδια και τα ίδια απόντα. Ακόμη κι έτσι να ’ταν, όμως, αξίζει κανείς να σημειώσει πως. Περιστροφή και επανάσταση προέρχονται στα λατινικά από την ίδια λέξη, το απαρέμφατο revolvere. Καμιά φορά σκέφτομαι πως ό,τι μένει εν τέλει έξω από ένα ποίημα δεν αφαιρείται, αλλά επαναστατεί. Κάποτε, δε, φανερώνει πιο πολλά απ’ ό,τι φανερώνουν όσα απομένουν. Κι έτσι επιστρέφει σε ανύποπτο χρόνο δικαιωμένο, νικητής. Σε άλλο ποίημα, σε κάποια άλλη επικράτεια. Ή και σε μια σοφή σιωπή του. Συνοπτικά, λοιπόν, και με τη μορφή τυπικού ορισμού: Επιστρέφω όχι χωρίζω = γυρίζω αλλάζοντας εκεί που αλλάζουν όλα, με παρονομαστή: χωρίς να παραιτούμαι απ’ την ανάμνηση. Συνώνυμο: φαντασμαγάπη του είδους domesticum, σε σπίτι που κάθε τόσο θα χτίζω. Ποιητικά, η Δήμητρα:

 

Σημείωμα στο ψυγείο ήδη ορφανό:

 

Να κρατάς τα νυχάκια σου καθαρά

Να μην παίζεις με τα χώματα

Να μεγαλώσεις γρήγορα

Και να κλείνεις τα μάτια

Όταν τρέχεις στα χωράφια με τα καλαμπόκια

 

Επιστρέφω αμέσως

(Το Παραμύθι από Ψηλά)

 

 

Ε.   Ε Ρ Ω Τ Α Σ   Μ Π Α Ν Α Λ

 

À

(Έλα μωρό μου

Να παίξουμε τους ερωτευμένους τρελά

Ανέβα στην πλάτη μου

Κράτα γερά

Εσύ θα κάνεις εμένα

Κι εγώ κάποιον που σε κουβαλά)

(Το Παραμύθι από Ψηλά, 2008)

 

Βουνό

Ήρεμα ξαπλωμένο στο σκληρό στρώμα του ορίζοντα. Το σκληρό ροζ της κορυφογραμμής σου πριν το χάραμα. Μου κρύβει το άπειρο. Ευχαριστώ.

(Ζώα - Φυτά, 2023)

 

Συχνά, λέγεται πως: ό,τι έχει γραφτεί, από δύο τόπους έρχεται: είτε απ’ την πλευρά του έρωτα είτε απ’ του θανάτου την πλευρά. Παίρνω φόρα και λέω αντίθετα: Ιδού το μπανάλ! Προσωπικά δεν πιστεύω καθόλου σε αυτούς τους αναγωγισμούς. Στις σκέψεις που ψάχνουν να βρουν μία και μόνη αιτία στα πράγματα. Πόσο μάλλον στα λόγια. Ομολογώ ωστόσο πως. Στην περίπτωση, τουλάχιστον, του έρωτα δυσκολεύομαι να μείνω πιστός στον εαυτό μου. Δεν έχει μία φόρμα η ζωή, εντάξει. Μα. Ό,τι ζητά να ζήσει, νιώθω πως έχει στην ψίχα του ένα άπειρο που. Μαθαίνει γλώσσα, έστω στα πρώτα βήματα, απ’ το έλα εδώ, σε θέλω. Και μάλιστα με κόπο. Τόσο που το ίδιο πράγμα θα μπορούσε κάποιος να το αποκαλέσει και αγώνα. Όπως και να ’χει, ο Alain Badiou έχει χαρακτηρίσει τον έρωτα ως τον ελάχιστο κομμουνισμό. Ακόμα και αν μια τέτοια αποστροφή φαντάζει σε κάποιους κάπως υπερβολική, η αλήθεια είναι πως εγώ πάλι πολλές φορές δεν θέλω να σκέφτομαι άλλη ουτοπία πέρα από τέσσερα χέρια και τέσσερα μάτια που. Δεν διαιρούνται δεν πολλαπλασιάζονται και δεν προστίθενται∙ εν γένει. Δεν ασχολούνται με μαθηματικά, παρά μονάχα. Κοντράρουν στα ίσα το απέραντο. Δεν τα καταφέρνουν πάντα. Αλλά για όσο προσπαθούν, έχεις, θαρρώ, ένα ασφαλές σημείο, στέρεο πολύ, για να σταθείς στο σύμπαν ή στο τίποτα. Και για όσο στέκεσαι, ανάμεσα σε όλα τ’ άλλα, ναι. Μπορείς, αν θέλεις, και να γράφεις. Για όλα. Να γράφεις και για τον έρωτα. Με κεφαλαίο ΡΩ και ήσυχο άλφα εκστατικό.

 

Άκης Παραφέλας

 

~

 

Η Δήμητρα Κατιώνη γεννήθηκε το 1983 στην Καβάλα. Από το 2001, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά και μουσική. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Το παραμύθι από ψηλά (Ροές, 2008), Τρεις μέρες και ένα τρίτο (Θράκα, 2016) και Ζώα - Φυτά (Κέδρος, 2023).

Ο Άκης Παραφέλας είναι ποιητής, νομικός, φιλόλογος, και μεταφραστής από τα γερμανικά. Κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή του, παρασημαντική (Θράκα, 2018∙ Ενύπνιο, β’ 2021).

 

 *** Πατήστε εδώ για τα περιεχόμενα του τεύχους *** 

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου