20260704

αφιέρωμα στον κέννεθ ρέξροθ


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κέννεθ Ρέξροθ [Kenneth Rexroth]

 

μετάφραση από τα αγγλικά: Χάρης Γαρουνιάτης, Αντωνία Γουναροπούλου, Γιάννης Δούκας, Λένια Ζαφειροπούλου, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Λευτέρης Ζαχαριουδάκης, Παναγιώτης Ιωαννίδης (επιμ. και εργοβιογραφικό κείμενο), Λένα Καλλέργη, Ασπασία Λαμπρινίδου, Στέργιος Μήτας, Χριστιάνα Μυγδάλη

 

 

«Χρόνος κανείς δεν άγγιξε τις μελωδίες του χώρου»*

 

 

*από στίχους του ποιήματος Ο Δράκος και ο Μονόκερως, «ΙΙΙ» (1952),
μτφρ.: Π. Ιωαννίδης

 

 

Το μέλλον πάει από καιρό
Το παρελθόν ποτέ δεν θα συμβεί
Έχουμε μόνο αυτό
Το ένα μας πάντοτε
[1]

 

Μέσ’ απ’ τα πλεγμένα φύλλα, ήλιος στα χείλη σου
Και στα χείλη σου το γοερό, ασταθές
Γέλιο της άφθονης καρδιάς σου.
[2]

 

[1] από το ποίημα «Μόνο την νύχτα αυτή»»,
[2]
από το μόττο της συλλογής Ο Φοίνιξ και η Χελώνα (1944), μτφρ.: Π. Ιωαννίδης

 

 

Ενθυμούμενος τον Ρέξροθ, ο φίλος του και πρώην φοιτητής του, Thomas Sanchez, τον περιέγραφε στο «Los Angeles Times Book Review» ως «δια βίου εικονοκλάστη, άλλοτε ριζοσπάστη, Ρωμαιοκαθολικό, συνοδοιπόρο των Κομμουνιστών, μελετητή της τζαζ, αναρχικό των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου [Industrial Workers of the World, εργατικό συνδικάτο ιδρυθέν το 1905 στο Σικάγο], μεταφραστή, φιλόσοφο, συγγραφέα θεατρικών έργων, λιμπρεττίστα, μελετητή των πολιτισμών της Ανατολής, κριτικό δοκιμιογράφο, προσωπικότητα του ραδιοφώνου, επιφυλλιδογράφο, ζωγράφο, ποιητή και δια βίου βουδιστή».

Επιπλέον, ο Ρέξροθ υπήρξε και αντιρρησίας συνείδησης κατά τον Β’ Π.Π. (οπότε και βοήθησε Ιάπωνες να διαφύγουν από τα σχετικά αμερικανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως), αλλά και υπέρμαχος της ισότητας των πολιτών και του φεμινιστικού κινήματος.

Μελέτησε πολύ μοναχός του –όχι μόνο λογοτεχνία αλλά και επιστήμες, φιλοσοφία, ανθρωπολογία και θεολογία– και σύχνασε σε λογοτεχνικά σαλόνια και αίθουσες διαλέξεων. Έμαθε μόνος του αρχαία ελληνικά, λατινικά, γαλλικά, ισπανικά, κινεζικά και ιαπωνικά, κυρίως ώστε να μεταφράσει ποίηση – κι οι μεταφράσεις του αυτές (ιδίως από τις δύο ασιατικές γλώσσες) εν πολλοίς σύστησαν την ποίηση των χωρών αυτών στον αγγλόγλωσσο κόσμο, και ενέπνευσαν πολλές ποιήτριες και ποιητές.

Αξιοσημείωτο είναι το στοχαστικό βάθος της πρώιμης πολιτικής του ποίησης – εντυπωσιακή είναι η ερωτική και μυστικιστική του ποίηση (συχνά, αυτά τα δυο συμπλέκονται) – και σημαντική για το κατοπινό σχετικό κίνημα στην Καλιφόρνια (και όχι μόνο), η ποίησή του που αφορά την φύση.

 

*


Ο Κέννεθ Τσαρλς Μάριον Ρέξροθ γεννήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1905 στο Σάουθ Μπεντ της Ιντιάνα (ΗΠΑ). Ο πατέρας αλκοολικός, η μητέρα με χρόνια κλονισμένη υγεία: ο Ρέξροθ ορφάνεψε στα 14, οπότε και πήγε να ζήσει με μια θεία του στο Σικάγο. Σύντομα τον απέβαλαν απ’ το σχολείο. Μα στα 15 του είχε ήδη αρχίσει να δημοσιεύει σε περιοδικά. Παρακολούθησε μαθήματα στο Ινστιτούτο Τεχνών της πόλης, κι αργότερα, στην Ένωση των Σπουδαστών Τέχνης της Νέας Υόρκης, αλλά, και στην ζωγραφική, παρέμεινε πρωτίστως αυτοδίδακτος, περιφρονώντας την τυπική εκπαίδευση και την θεσμική κριτική. Ωστόσο δεν έπαψε να ζωγραφίζει και εξέθεσε εργασία του σε διάφορες πόλεις.

Στα 19 του, έκανε ωτοστόπ για να γνωρίσει την Αμερική· αργότερα ταξίδεψε και στην Ευρώπη.

Προτού αρθρογραφήσει τακτικά επί ποικίλων θεμάτων (που φέρνουν στον νου, στα καθ’ ημάς, την εντυπωσιακή επιφυλλιδογραφία του Άγγελου Τερζάκη) σε πολλά έντυπα, κυρίως κατά το διάστημα 1960-1975, και προτού διδάξει σε διάφορα πανεπιστήμια, είχε εργασθεί σε καφενείο, στην συγκομιδή φρούτων, στην Δασοφυλακή, ως υπάλληλος γραφείου, βιομηχανικός εργάτης, παλαιστής, και βοηθός σε ψυχιατρείο.

Την μέρα που, το 1927, μαζί με την πρώτη του γυναίκα, την ζωγράφο Andrée Shafer (1902 –1940), μετακόμισε οριστικά στην Καλιφόρνια, αυτοκτόνησε ο τότε μείζων ποιητής της περιοχής, ο George Sterling: οιωνός, λες, μιας ‘αλλαγής φρουράς’. Σύντομα, ο Ρέξροθ θα συνδεθεί με τους Αντικειμενιστές ποιητές [Objectivists], όπως τον Louis Zukofsky και τον George Oppen. Και θα συνιδρύσει λέσχες για την υποστήριξη των συγγραφεών και άλλων καλλιτεχνών στο Σαν Φρανσίσκο.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Έζρα Πάουντ, με τον οποίο αλληλογραφούσε, τον συστήνει στον James Laughlin των εκδόσεων New Directions. Αυτός, το 1937, τον συμπεριέλαβε στην επιδραστική ετήσια ανθολογία του, New Directions in Poetry and Prose.

To 1940, πεθαίνει η γυναίκα του, Αντρέ.

 

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΤΗΣ ΑΝΤΡΕ ΡΕΞΡΟΘ

 

α

νά ’ναι το ζήτημα του αμοιβαίως υπάρχειν

ζήτημα ευθυγράμμισης ή

εγγύτητας ζήτημα ενός

αιφνίδιου περάσματος στον αέρα πέρα

από ένα παράθυρο μία μακρόσυρτη συγκρατημένη ροή μουσικής ή νά ’ναι η ευθυγράμμιση

έγχυση φώτιση

περίμενες ποτέ σε μέρη έχεις

δει μέρη έχεις

πει πού έχεις

πει επιρρήματα τώρα

αέρας σηκώνεται και μες σε χρυσόσκονη

μέσ’ από σκοτάδι με βρύα ανάμνηση

πιο πραγματική από

ο,τιδήποτε ο,τιδήποτε υπήρξε ποτέ σ’ όλον

τον κόσμο και θα

βρουν τουλάχιστον τα σώματα αυτά κομμάτια επάνω

ούτε σε γεγονός ούτε σε όνειρο

 

~ μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης

 

*

 

Την ίδια χρονιά, εκδίδεται και η πρώτη συλλογή του, Σε ποια ώρα [In What Hour]: καθίστανται αμέσως προφανείς, τόσο η οικολογική ευαισθησία του όσο και τα πολιτικά του πιστεύω.

 

22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1939

 

«…για όταν θα νιώθεις αποκαρδιωμένη τη μητέρα σου και θα θες να της αποσπάσεις την προσοχή, να σου πω τι έκανα εγώ. Την πήγαινα μεγάλους περιπάτους στην ήσυχη εξοχή, μαζεύαμε εδώ κι εκεί αγριολούλουδα, αναπαυόμασταν κάτω απ’ τον ίσκιο των δέντρων, ανάμεσα στην αρμονία του ζωηρού ρέματος και τη γαλήνη της μητέρας-φύσης, και είμαι βέβαιος πως θα το απολαύσει πάρα πολύ και πως εσύ, βεβαίως, θα είσαι γι’ αυτό ευτυχής. Πάντα, όμως, να θυμάσαι, Ντάντε, στο παιχνίδι της ευτυχίας, μην την κρατάς όλη για τον εαυτό σου μόνο, μα κάνε μόλις ένα βήμα πίσω, στο πλευρό σου, και βοήθα τους αδυνάμους που φωνάζουν για βοήθεια, βοήθα τους κατατρεγμένους και τα θύματα∙ γιατί είναι οι φίλοι σου∙ είναι οι σύντροφοι που παλεύουν και πέφτουν όπως ο πατέρας σου και ο Μπάρτολο πάλεψαν κι έπεσαν χτες για την κατάκτηση της χαράς της ελευθερίας για όλους και τους φτωχούς εργάτες. Σε αυτό τον αγώνα της ζωής θα βρεις περισσότερη αγάπη και θα αγαπηθείς»

 

O Νικόλα Σάκο στον γιο του, Ντάντε, 18 Αυγούστου 1927

 

 Angst und Gestalt und Gebet Ρίλκε

 

Προς τι, όλη αυτή η ποίηση,

Αυτό το ένα μάτσο κατορθώματα

Με τόσο πολύ κόπο ταιριασμένο;

Είκοσι χρόνια κάτεργο,

Διδάγματα απ’ τον Λι Πο κι από τον Δάντη,

Απ’ τα τραγούδια των Ινδιάνων κι απ’ την ψυχολογία Γκεστάλτ∙

Τι λέξεις μπορεί να συλλαβίσει,

Αυτό το αλφάβητο της μιας ευαισθησίας;

Την ακριβή διάταξη των αστέρων σε τακτική ακολουθία,

Τον αραιό αέρα σε κορφές τεσσάρων χιλιομέτρων

Τη θέα τους, σαν απ’ τη Φασγά, στα όποια μυστικά του ψυχισμού,

Τις παπαρούνες, σα φωτιές, σ’ αγρούς διαβρωμένους,

Τους λύγκες κοιμισμένους στο δάσος του μεσημεριού,

Την περίεργη αναστόμωση στους ιστούς της σκέψης,

Τη ζωή που ακυβέρνητη κυλά κι απομακρύνεται,

Και τη βαθιά ελπίδα του ανθρώπου.

Οι αιώνες έχουν αλλάξει λίγα στην τέχνη αυτή,

Τα θέματα είναι τα ίδια ακόμη.

«Μα το Θεό, βγάλε τα ρούχα σου και έλα στο κρεβάτι,

Δεν είμαστε αθάνατοι».

«Πέφτουν τα πέταλα απ’ το ρόδο»,

Κι απ’ τη ζωή πέφτουμε εμείς,

Πέφτουν οι αξίες απ’ την ιστορία σαν άνδρες στα κανόνια εμπρός,

Επιβιώνουν μόνο ελάχιστα,

Μόνο ένα άγνωστο επίτευγμα.

Όλα χωράνε πάνω στις ταφόπλακες,

Σε όλα τα πεδία των μαχών,

«Τον κακομοίρη, ιδέα δεν είχε προς τι όλα αυτά».

Άνδρες διοπτροφόροι σε χίλια χρόνια θα φανούν με φτυάρια,

Θα δίνουν διαλέξεις στα πανεπιστήμια για πολιτισμικές προόδους,

[πολιτισμικές καθυστερήσεις.

Λίγο ακόμη σκόρδο μες στη σούπα,

Ακόμη ένα μισάωρο χουζούρι το πρωί,

Άλλοι τα είχαν, άλλοι όχι∙

Τα πράγματα που μέσα στη βιασύνη τους τούς έπεσαν

Βρίσκονται πίσω απ’ τις προθήκες στο ημίφως των μουσείων.

Κάναμε φέτος τέσσερις μεγάλες αναβάσεις,

Κατασκηνώσαμε για δυο βδομάδες στ’ όριο της βλάστησης,

Είδαμε τον Άρη να κολυμπά πλησιάζοντας τη γη,

Είδαμε και το μαύρο σέλας του πολέμου

Ν’ απλώνεται στον ουρανό ενός πολιτισμού σε αποσύνθεση.

Ετούτα εδώ είναι τα τελευταία τρομερά χρόνια της αυθεντίας.

Η νόσος έφτασε στην κρίσιμη καμπή της,

Δέκα χιλιάδες χρόνια εξουσίας,

Δυο δίκαια σε πάλη,

Ο νόμος του σιδήρου και του χυμένου αίματος,

Η διαρκής αλληλεγγύη του ζωντανού αίματος και μυαλού.

Είναι παγιδευμένοι, πολιορκημένοι, δολοφονικοί,

Και με φελλό επενδύουν τα κελάρια τους

Όχι για να σιγάσουν τους πυροβολισμούς,

Αλλά για να μονώσουν τις τελευταίες λέξεις των καταδικασμένων.

«Η ελευθερία είναι μητέρα

Και όχι κόρη της τάξης».

«Όχι διακυβέρνηση ανθρώπων

Αλλά διευθέτηση πραγμάτων».

«Απ’ τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του,

Στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του».

Να τους ακούσουμε μπορούσαμε ακόμη,

Που έσκαβαν πατήματα στον γαλάζιο πάγο των κρεμασμένων παγετώνων,

Που τρέκλιζαν κατά μήκος θρυμματισμένων κορυφογραμμών.

Η ψυχρή και βάναυση απάθεια των βουνών

Καθυποτάχθηκε με λίγα κουβάρια σκοινί

Και μερικές φτηνιάρικες σκαπάνες,

Λίγες κορφές μονάχα έχουν απομείνει.

Από την πρώτη αγάπη μου έχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια.

Τώρα που γύρισα από τα βουνά με περιμένει ένα γράμμα.

«Στο New Republic διάβασα το ποίημά σου.

Θυμάσαι τον νεκροθάφτη στη γωνία,

Πώς κρυφοκοιτάξαμε απ’ το παράθυρο του υπογείου μια μορφή σαβανωμένη

Και, τσιρίζοντας, το βάλαμε στα πόδια; Θυμάσαι;

Έχει ένα βενζινάδικο τώρα στη γωνία,

Κι εκεί που ήταν το σπίτι σου ένα πάρκινγκ,

Μόνο το δικό μας κι άλλα δυο σπίτια έχουν απομείνει.

Κάνουμε υπομονή μέσα στον θόρυβο και μες στο μονοξείδιο του άνθρακα».

Ήταν ένα ποίημα νοσταλγίας κι εξορίας,

Είκοσι πέντε χρόνων περιπλάνησης

Σ’ έναν κόσμο θορύβου και δηλητηρίου.

Εκείνη έκανε υπομονή, εγώ ποτέ δεν επέστρεψα.

Υπάρχουν, όμως, εγχώριες, καθώς κι εισαγόμενες

Εκρήξεις και δηλητηριώδη αέρια.

Ο Δάντης νοσταλγούσε την πατρίδα του, οι Κινέζοι έκαναν τη νοσταλγία τέχνη,

Το ίδιο κι ο Οβίδιος και άλλοι πολλοί,

Ανάμεσά τους ο Πάουντ και ο Έλιοτ,

Ο Κροπότκιν, πεθαίνοντας της πείνας,

Ο Μπέρκμαν, απ’ το ίδιο του το χέρι,

Η Φάνι Μπαρόν, τους δήμιούς της δαγκώνοντας,

Ο Μαχνό στη δυσωδία της δυσφήμησης,

Κι ο Τρότσκι, επίσης, υποθέτω, παθιασμένα, με τον τρόπο του.

Θυμάσαι;

Προς τι, όλη αυτή η ποίηση,

Αυτό το ένα μάτσο κατορθώματα

Με τόσο πολύ κόπο ταιριασμένο;

Θυμάσαι το πτώμα στο υπόγειο;

Τι κάνουμε στο γύρισμα των χρόνων μας,

Γραφιάδες κι αναγνώστες των φιλελεύθερων φυλλάδων;

 

~ μτφρ.: Γιάννης Δούκας

 

 

Σημ.τ.μ.: Την ημέρα που ο 34χρονος Ρέξροθ συνθέτει το εκτενές αυτό –εκατό, σχεδόν, στίχων– ποίημα και το τιτλοφορεί από την ημερομηνία συγγραφής του, οπωσδήποτε θ’ αναλογίζεται την εκτέλεση, δώδεκα χρόνια νωρίτερα, των Ιταλών μεταναστών, αναρχικών Νικόλα Σάκο (1891-1927) και Μπαρτολομέο Βαντσέτι (1888-1927) – η αποχαιρετιστήρια επιστολή του πρώτου στον γιο του, Ντάντε, προτάσσεται, εξάλλου, του ποιήματος, μαζί με τον στίχο του Ρίλκε που παρατίθεται στο γερμανικό πρωτότυπο. «Angst» είναι ο φόβος, «Gebet» η προσευχή.

Η ενδιάμεση λέξη, το «Gestalt», θα μπορούσε ν’ αποδοθεί με σωρεία σημασιών, καμιά τους, όμως, δε θα κάλυπτε το σύνολο της έννοιας: σχήμα, μορφή, διαμόρφωση, διάταξη, φιγούρα, ανάστημα, ολότητα, παρουσιαστικό. Έδωσε τ’ όνομά της σε μια –γνωστή και ως μορφολογική– σχολή της ψυχολογίας και θεωρία της αντίληψης, εστιασμένη στη μελέτη των σχετικών φαινομένων ως οργανωμένων, συντεταγμένων συνόλων και όχι ως αθροισμάτων μεμονωμένων συστατικών και περιστατικών, και η οποία κατονομάζεται από τον Ρέξροθ, εντός του ποιήματος, ως μια από τις βασικές του επιρροές.

Από το πλήθος των κυρίων ονομάτων, ας σημειώσουμε το όρος Φασγά, απ’ όπου ο Μωυσής αντίκρισε τη Γη της Επαγγελίας, στην οποία δεν έμελλε ποτέ να πατήσει το πόδι του. Ο Λι Πο ή Λι Μπάι (701-762) ήταν εξέχων Κινέζος ποιητής. Ο θρύλος λέει πως πνίγηκε στον ποταμό Γιανγκτσέ, πέφτοντας μεθυσμένος απ’ τη βάρκα του, καθώς επιχειρούσε ν’ αγκαλιάσει την αντανάκλαση της σελήνης. Θα μπορούσαμε να εικάσουμε ότι ο Ρέξροθ τον πρωτόμαθε από την Κατάη (1915) του Έζρα Πάουντ. Στο αναρχικό μαρτυρολόγιο που διαβάζουμε προς το τέλος ανήκουν ο Πιοτρ Κροπότκιν (1842-1921), ο Αλεξάντερ Μπέρκμαν (1870-1936), η Φάνια Μπαρόν (1887-1921) και ο Νέστορ Μαχνό (1888-1934), και οι τέσσερις άμεσα ή έμμεσα θύματα του μπολσεβικισμού. Προστίθεται ο Λέον Τρότσκι (1879-1940), που είναι εκείνην τη στιγμή ακόμη ζωντανός, εξόριστος στο Μεξικό, και θα δολοφονηθεί, παρά μιαν ημέρα, έναν χρόνο αργότερα.

Από τις φράσεις εντός εισαγωγικών, η προέλευση τεσσάρων είναι προσδιορίσιμη. Μητέρα και όχι κόρη της τάξης θεωρούσε την ελευθερία ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν (1809-1865). Η σταδιακή απονέκρωση ή ατροφία του κράτους, μέσα από την οποία η διακυβέρνηση ανθρώπων αντικαθίσταται από τη διευθέτηση ή διαχείριση πραγμάτων, προέρχεται από τον Αντι-Ντίρινγκ (1878) του Φρίντριχ Ένγκελς (1820-1895). Διανομή αγαθών, κεφαλαίων και υπηρεσιών απ’ τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του προέβλεπε ο Καρλ Μαρξ (1818-1883) στην Κριτική του προγράμματος της Γκότα (1875), διευρύνοντας, έτσι, την αναγνωρισιμότητα ενός ήδη δημοφιλούς σοσιαλιστικού συνθήματος.

Απ’ όλα, ίσως, το σημαντικότερο να είναι πως «πέφτουν τα πέταλα απ’ το ρόδο». Βρίσκω μια παρτιτούρα δημοσιευμένη το 1913 στην Ιντιανάπολις, διακόσια σαράντα, περίπου, χιλιόμετρα μακριά απ’ τη γενέτειρα του Ρέξροθ. Ήταν, φαίνεται, ένα βαλσάκι αργό, σε στίχους Λόλα Άλισον και μουσική Ρ. Μπ. Κέλογκ, και δεν πρέπει να έγινε ιδιαιτέρως γνωστό έξω από τα σύνορα της πολιτείας. Λέει το ρεφρέν του:

 

As the petals fall from the rose,

One by one they seem to say,

Year by year each hope fades and goes,

’Till the call of judgement day,

One by one the dreams I knew,

            All must vanish until life’s close,

            The sweet dreams that may never come true,

            As the petals fall from the rose.

 

Την ημέρα που ο 34χρονος Ρέξροθ αναλογίζεται τον κόσμο που αλλάζει ραγδαία κι ανεπίστροφα και την τόση, μα τόση ματαίωση που υπόσχεται, στην Ατλάντα ηχογραφείται, για πρώτη φορά, ένα άλλο τραγούδι, το «You are my sunshine». Ο Αδόλφος Χίτλερ φιλοξενεί τους επικεφαλής της Βέρμαχτ στο Μπέργκχοφ, εξοχική κατοικία του στις Βαυαρικές Άλπεις, και στην ομιλία που τους εκφωνεί, αναλύει με κάθε λεπτομέρεια το σχέδιο της επικείμενης εισβολής στην Πολωνία κι εξόντωσης του πολωνικού έθνους. Λόγω της έκρυθμης κατάστασης, στο Ηνωμένο Βασίλειο ανακαλούνται από τις διακοπές τους τα μέλη της Βουλής των Κοινοτήτων. Βρισκόμαστε δέκα ημέρες, μόλις, πριν από την επίσημη κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (στη Μαντζουρία και στην Ισπανία μαίνεται από χρόνια).

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το 1944, στο πρώτο βιβλίο της ποιητικής ωριμότητάς του, Ο Φοίνιξ και η Χελώνα [The Phoenix and the Tortoise], προστίθενται ερωτικά και φιλοσοφικά ποιήματα, καθώς και αναφορές στην κλασσική ποίηση της Αρχαίας Ελλάδας και της Άπω Ανατολής.

 

 

ΣΑΝ ΕΜΕΙΣ ΚΙ Η ΣΑΠΦΩ                       

 

«… γύρω απ’ το κρύο νερό
ο άνεμος ηχεί μες από νέφη
μήλο, και απ’ τα τρεμάμενα φύλλα
κυλά ο λήθαργος…»

 

Κειτόμαστε εδώ στο όλο μέλισσες, ερειπωμένο

Περιβόλι μιας χαλασμένης φάρμας στη Νέα Αγγλία,

Το καλοκαίρι στα μαλλιά μας, και η μυρωδιά

Του καλοκαιριού στα πλεγμένα σώματά μας,

Καλοκαίρι στα στόματά μας, και καλοκαίρι

Στα φωτεινά, σπαστά λόγια

Αυτής της νεκρής Ελληνίδας.

Σταμάτα να διαβάζεις. Ξαπλώσου. Δώσ’ μου το στόμα σου.

Η χάρη σου είναι όμορφη σαν τον ύπνο.

Μου έρχεσαι σαν κύμα

Που γυρίζει στον ύπνο του.

Το σώμα σου εξαπλώνεται στο νου μου

Σαν καλοκαίρι γεμάτο σμήνη πουλιών‧

Όχι σαν σώμα, όχι σαν πράγμα ξεχωριστό,

Αλλά σαν νεφέλωμα που ίπταται

Πάνω από καθετί άλλο σ’ όλο τον κόσμο.

Ξάπλωσε πίσω. Είσαι όμορφη,

Τόσο όμορφη όσο

Τα διπλωμένα σου χέρια στον ύπνο.

 

Με το απόγευμα γεράσαμε.

Εδώ στο περιβόλι είμαστε όσων χρονών

Όσο είναι τώρα κι εκείνη, όπου και αν

Έκλυτη στη μακρινή θάλασσα η γυαλιστερή της σκόνη

Αστράφτει στο κύμα

Ή κηλιδώνει το κοχύλι της πορφύρας.

Τριγύρω μας το παλιό κτήμα καταλαγιάζει

Μες στο χάος του κατακαλόκαιρου που φέρνει το μέλι.

Στα πέρα εκείνα νησιά οι ναοί

Έχουν ξεπέσει, και το μάρμαρο

Έχει το χρώμα του άγριου μελιού.

Δεν έμεινε τίποτα απ’ τους κήπους

Που κάποτε απλώνονταν γύρω τους,

Απ’ την παχιά χλόη όλο σημάδια από οπλές.

Μόνο το θαλασσινό χορτάρι παλεύει

Πάνω στο γκρεμισμένο λιθάρι,

Πάνω στα σκαλοπάτια όλο ρωγμές,

Μόνο το μπλε και κίτρινο

Της θάλασσας, και τα βράχια

Κόκκινα στο βάθος πέρα στον κόλπο.

Ξαπλώσου.

Η μνήμη της είναι στα χείλη μας πλέον.

Τα φιλιά μας πέφτουν στο χάος του θέρους

Στα στήθη και στους μηρούς μας.

 

Χρυσοί κολοσσιαίοι θόλοι από σύννεφα παχιά

Υψώνονται πάν’ απ’ το κυματοειδές, συριστικό δάσος.

Ο αέρας βαραίνει τη γη.

Στα βουνά ο κεραυνός αστράφτει.

Πέρα μακριά, πάν’ απ’ τα Αντάιρονταξ,[i]

 Τρέμει η αστραπή, σχεδόν αόρατη

Στον φωτεινό ουρανό, βιολετί

Απέναντι στις γκρι, βαθιές σκιές των τροφαντών νεφών.

Τα γλυκά αρρενωπά μαλλιά της καταιγίδας

Χτενίζουν τον διογκωμένο ορίζοντα.

Βγάλ’ τα παπούτσια και τα καλτσόν σου.

Θα φιλήσω τα γλυκά σου πόδια και τις πατούσες σου

Έτσι όπως κείτονται μισοθαμμένες στο μπλέγμα

 Των ανθέων του κατακαλόκαιρου με το βαρύ τους άρωμα.

Βγάλ’ τα ρούχα σου. Θα βάλω

Το μελωμένο απ’ το θέρος κορμί σου

Στο καυτερό έδαφος, στη συντετριμμένη, αψιά βλάστηση

Του κατακαλόκαιρου. Άσε το σώμα σου να βυθιστεί

Σαν μέλι μέσα στα καυτερά

Κοκκιώδη δάχτυλα του θέρους.

 

Κάτσε. Περίμενε. Αρκετά για τώρα.

Φίλησέ με, με το στόμα σου.

Τραχύ και βρεγμένο, το στόμα σου

Έχει την δική μου γεύση. Διάβασέ μου πάλι

Την στριφογυριστή μουσική εκείνης της γλώσσας

Που απ’ όλες τις άλλες, είναι καθαυτή έργο τέχνης.

Διάβασέ μου ξανά εκείνα τα ξέχωρα, βαρυσήμαντα λόγια

Σωσμένα από αρχαίους γραμματικούς

Ως παραδείγματα των κλίσεων

Και των πτώσεων των πιο αρχαίων νεκρών.

Ξαπλώσου στην καμπύλη του σώματός μου,

Σπρώξ’ τους μελανιασμένους ώμους σου

Στις υγρές τρίχες του κορμιού μου.

Φίλησέ με πάλι. Σκέψου, γλυκιά γλωσσολόγε,

Σε τούτο τον κόσμο η αφαιρετική πτώση είναι αδύνατη.

Κανείς άλλος δεν θα μας βοηθήσει.

Πρέπει να μας βοηθήσουμε για να σιμώσουμε.

Ο άνεμος απομακρύνεται με βήμα αργό από την καταιγίδα‧

Πάει προς τις δασώδεις κορφές‧ αντηχεί

Στις κοιλάδες. Εδώ είμαστε ξέχωροι,

Ο ένας με τον άλλο‧ και πέρα

Από το περιβόλι αυτό είναι μόνο απομόνωση,

Η απομόνωση ολόκληρου του κόσμου.

Ποτέ μην αφήσεις κάτι να διακόψει

Την απομόνωση αυτής της ημέρας,

Αυτές τις λέξεις, ξέχωρες σε γλώσσες νεκρές,

Αυτό το περβόλι, κρυμμένο απ’ τα γεγονότα και την ιστορία,

Αυτές τις σκιές, ανάμικτες στο θερινό φως,

Μαζί ξέχωρες πέρ’ απ’ την αμοιβαιότητα του κόσμου.

 

Σταμάτα να μιλάς. Μη μιλάς.

Μην πάψεις να σιωπάς ώσπου

Να έχουμε κουραστεί ο ένας τον άλλο.

Ας τα δάχτυλά μας να διατρέξουν σαν ατσάλι

Να χαράξουν χρυσαφί των κορμιών μας το περίγραμμα.

Μη μιλάς. Το πρόσωπό μου βυθίζεται

Στο θρομβωμένο καλοκαίρι των μαλλιών σου.

Ο ήχος των μελισσών σταματά.

 

Η σιγή πέφτει σαν σύννεφο.

Μην κινείσαι. Ας το σώμα σου να εξαφανιστεί

Μες στην όλο δέος σιωπή

Του ολοκληρωμένου θέρους—

Πέρα για πέρα, μακριά, εις το άπειρο—

Τα χείλη μας αδύναμα, θαμπά μες στη σιγή.

Δες. Ο ήλιος εξαφανίστηκε.

Τώρα πέφτουν κεχριμπαρένια

Φώτα μακριά στα διαλυμένα

Πρέμνα των αρχαίων μηλιών.

Τα σώματά μας σιμώνουν

Καθώς κάνουν τα κοιμισμένα σώματα‧

Φχαριστημένα μα κι εξουθενωμένα,

Καθώς το θέρος οδεύει στο φθινόπωρο,

Καθώς εμείς, κι η Σαπφώ, οδεύουμε στο θάνατο.

Τα βλέφαρά μου βυθίζονται στον ύπνο

Στο θερμό φθινόπωρο των λυμένων μαλλιών σου.

Το σώμα σου γυρίζει στην αγκαλιά μου

Στα πρόθυρα του ύπνου‧

Και σαν στην αγκαλιά μου να κρατώ

Τον όλο σμήνη πουλιών βραδινό ουρανό του θέρους.

 

~ μτφρ: Λευτέρης Ζαχαριουδάκης

 

Σημ.τ.μ.: Αντάιρονταξ [Adirondacks] είναι ορεινός όγκος στο βόρειο μέρος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Απέχει περίπου 440 χλμ. απ’ την καρδιά της Πόλης της Νέας Υόρκης καθαυτής, ενώ είναι πιο κοντά –για παράδειγμα– στο Μόντρεαλ του Καναδά (195 χλμ.). Η υψηλότερη βουνοκορφή του έχει υψόμετρο 1,629 μ. (ως μέτρο σύγκρισης, ο υψηλότερη κορφή του Ψηλορείτη, η Ίδη, υψώνεται στα 2,456 μ.). Πιθανολογείται ότι ο όρος «αντάιρονταξ» προέρχεται απ’ την γλώσσα των ιθαγενών Μόχοκ, ανταγωνιστών των γνωστότερων σε εμάς Μοϊκανών. Η ετυμολογία αυτής της ονομασίας είναι «δεντροφάγοι»‧ μία ερμηνεία αυτής, είναι πως αποτελούσε μειωτικό όρο των Μόχοκ εις βάρος των Μοϊκανών, εφόσον οι δεύτεροι δεν ασκούσαν την γεωργία και άρα εφημολογείτο πως, στην πείνα τους, έτρωγαν φλοιούς δέντρων.

 

*

 

ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΑ ΛΑΟΥΤΟ

 

Η γη θα συνεχίσει για καιρό ακόμη

Πριν τελικά να σταματήσει∙

Θα έχει ανθρώπους πάνω της∙ θα έχουν ονόματα,

Θα δίνουν αίτια στις πράξεις τους.

Εμείς θα είμαστε εδώ μονάχα

Ως χημικά συστατικά —

Μια πολύ μικρή ομάδα.

Για την ώρα έχουμε ζωές,

Φιλοδοξίες, αιμοσφαίρια, θωπείες,

Όπως όλοι κάποτε είχαν —

Όλοι οι λαμπροί, neige d’antan άνθρωποι,

“Η ξέγνοιαστη, καλπάζουσα, λευκή Ελένη και οι λοιποί,”

Όλοι οι ανήσυχοι, αλησμόνητοι νεκροί.

Εδώ στην εκπνοή του έτους, πάνω στη γιορτή

Της γέννησης, ας φέρουμε ο ένας στον άλλον

Τα δώρα που άλλοτε δόθηκαν απ’ τις ερήμους προς δυσμάς —

Τον χρυσό από τ’ ανάκατα μαλλιά μας,

Το λιβάνι από τα μαγεμένα μας χέρια και πόδια,

Τη σμύρνα από αόρατα φιλιά κι απελπισμένα —

Ας γιορτάσουμε το καθημερινό

Διόραμα της γέννησης του έρωτα,

Την ατέρμονη επιφοίτηση των ρευστών μας εαυτών,

Ενώ η γη χάνεται κάτω από τα πόδια μας

Μέσα σε αφανή χιόνια και καλοκαίρια,

Μέσα σε αδιάνυτα διαστήματα των άστρων.

 

~ μτφρ: Χάρης Γαρουνιάτης 

 

*


 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

 

Γυρνούν οι εποχές κι αλλάζουν τα χρόνια
χωρίς βοήθεια ή επίβλεψη.      

Το φεγγάρι δε νοιάζεται, 

κινείται στον κύκλο του, γεμάτο, μισό, γεμάτο.

Το λευκό φεγγάρι βυθίζεται στην καρδιά του ποταμού·

ο αέρας ναρκωμένος με άνθη αζαλέας·

βαθιά μέσα στη νύχτα πέφτει ένα κουκουνάρι·

η φωτιά μας ψυχορραγεί στα έρημα βουνά.

Αιχμηρά αστέρια λαμπυρίζουν στα τρεμάμενα κλαδιά·

μαύρη, απύθμενη η λίμνη στην κρυστάλλινη νύχτα·

ψηλά στον ουρανό ο Βόρειος Στέφανος

κόβεται στη μέση από την αχνή αιχμή μιας χιονισμένης βουνοκορφής.


Ω καρδιά, καρδιά, τόσο μοναδικά

πεισματάρα και φθαρτή,

ξαπλώνουμε εδώ μαγεμένοι από το αστροφώτιστο νερό,

και στιγμές που η καθεμιά θα ’πρεπε να κρατήσει για πάντα

σαν νερό γλιστρούν ασυναίσθητα δίπλα μας.

 

~ μετάφραση: Ασπασία Λαμπρινίδου


*

 

ΒΙΤΑΜΙΝΕΣ ΚΑΙ ΦΥΤΙΚΕΣ ΙΝΕΣ

 

Με τους δυνατούς αστραγάλους τους, ηλιοκαμένα, σχεδόν γυμνά,

Τα κορίτσια της Καλιφόρνια

Εκπαιδεύουν τους απρόθυμους ουμανιστές·

Σφηνώνουν με μπαλάκια του τένις μες στα κρανία τους

Τη δυστυχή συνειδητοποίηση

Ότι η φύση παραμένει ισχυρότερη του ανθρώπου.

Το ιδιαίτερο Ελληνικό προνόμιο

Του ιδιαίτερου πνεύματος επιτέλους διαρρέει

Στο μουσκεμένο αυτό χώμα.

Ο ιδρώτας των αθλητών και οι χυμοί των εραστών

Είναι πιο δυνατοί από το κώνειο του Σωκράτη·

Και τα παίγνια του σχολαστικού Ευκλείδη

Αργοσβήνουν στη γυμνοπαιδία.

 

(Όταν ήμουν εδώ παλιότερα. Κάθε γενιά

Έχει περάσει ένα βράδυ φθινοπώρου

Εδώ, στο μέρος αυτό, κάθε χρόνο).

 

~ μτφρ.: Στέργιος Μήτας

 

*

 

Ο ΑΔΩΝΙΣ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ

 

Η Περσεφόνη τον προσμένει στο μισοσκότεινο μπουντουάρ,

Τον περιμένει, γιατί η ώρα πλησιάζει.

Έχει τακτοποιήσει όσα του αρέσουν

Νά ’ναι κοντά στο αναμενόμενό του χέρι:

Τα ποιήματα του Χέρρικ, τον καπνό, χυμό

Από ρόδι σε στριφτό ποτήρι.

Μαζεύει την ξανθιά της ναρκωμένη κόμη

Πάνω από το άσπιλό της μέτωπο,

Βάφει λιγάκι τσίνορα και χείλη,

Διαλέγει το πιο γυμνό της φόρεμα.

Μόλις σημάνει ισημερία φτάνει αυτός,

Χαμογελά, τεντώνει χέρια, και χαϊδεύει

Τα μάγουλά της και τους παιδικούς της ώμους, και φιλά

Τα βιολετιά της βλέφαρα που κλείνουν γκρίζα μάτια.

Λεύτεροι από την επιθετική Αφροδίτη,

Λεύτεροι από των θεών την χειραγώγηση,

Ταΐζουνε τον Κέρβερο με καραμέλες

Και τον προειδοποιούνε να μη μαρτυρήσει

Αυτές τους τις μοιχείες στον κερατά τον Πλούτωνα,

Αυτή τους την θνητή λαγνεία μες στον ψύχραιμο Άδη.

 

~ μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης 

 

*

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΜΕ

 

Τώρα, αυτή τη μέρα των εκατό πρώτων λουλουδιών,

Για χάρη μας η μοίρα κάνει παύση στη φαντασία,

Όπως δεν θα έκανε ποτέ στην πραγματικότητα —

Όπως αυτές οι σαύρες που ενώνουν ατελείωτες παραβολές

Αθέατες αλλάζουνε φρουρά μες στις κρυφές τους χαραμάδες.

Άλλες επέτειοι που βαδίσαμε

Την κορυφογραμμή μέσα απ’ το μαύρο δάσος με τα έλατα,

Πέρα απ’ την ερημωμένη φάρμα, ήταν ίδιες κι απαράλλαχτες —

 

Μέχρι και τα ομιχλώδη περιδέραια των συρματοπλεγμάτων

Δεν καταγράφουν κέρδη, ούτε απώλειες∙

Τα ετήσια και ημερήσια μοτίβα αντέχουν.

Μέχρι και η φθορά στο δάσος με τα κυπαρίσσια

Είναι εύτακτη και αργή, κάθε χρόνο ένα ακόμη δέντρο

Διαρρηγνύει τις τάξεις και ξαπλώνει, σμπαράλια από τον άνεμο.

Κάθε χρόνο, το πρώτο ηλιόλουστο πρωινό του καλοκαιριού,

Τα χελιδόνια επιστρέφουν, σφυρίζοντας και υφαίνοντας

Οχτάρια γύρω από τις αιχμηρές καμπύλες των σαυρών,

Όλη μέρα πλέκοντας την καλοκαιρινή πνοή,

Ενώ τις νύχτες την ξηλώνουνε οι γλαύκες.

Και επιστρέφουμε κι εμείς, πάνω μας του χρόνου τα σημάδια,

Μες στην κατάπαυση της μοίρας, μέσα στο νήμα της χρονιάς.

 

~ μτφρ: Χάρης Γαρουνιάτης

 

*

 

Θα ακολουθήσει, το 1950, το βιβλίο Η Υπογραφή Όλων τωνΠραγμάτων [The Signature of All Things], όπου, κατά τον Morgan Gibson, ξεκινά η ποιητική διερεύνηση του «‘άρτιου ανθρώπου’ που, μέσω της αγάπης, ανακαλύπτει την ευθύνη του για τα πάντα σ’ έναν κόσμο πολέμου, ψυχρού πολέμου, και πυρηνικού τρόμου». Ο Λάφλιν των “New Directions” προέτρεπε: «Διαβάστε την Υπογραφή Όλων των Πραγμάτων. Πώς να το πω: συνδυάζει ό,τι αφορά την ανθρώπινη ζωή. Είναι όλα εκεί, όλα τα πράγματα που λατρεύουμε, όλες οι προσβλέψεις μας, και σκέποντάς τα όλα αυτά, ένα είδος βουδιστικής γαλήνης». Ο δε Richard Eberhart έγραψε στους New York Times: «Σκοπός του κ. Ρέξροθ είναι να φτιάξει ένα ιδιαίτερο είδος ποιήματος που θα είναι κλασσικό στην αυτοσυγκράτησή του, μα δίχως αυστηρότητα· προσωπικό, αποκαλυπτικό, κι εξομολγητικό, χωρίς συναισθηματισμούς· και πρέπει, κατά την κλίση του, να αποφεύγει τον συμβολισμό και οιουδήποτε είδους αμφίσημη εικονοποιία, τείνοντας προς μια δύναμη της αφήγησης ή των δηλώσεων, βασισμένη σε ουσιαστικό και ρήμα, αλλ’ όχι αποδυναμωμένη από επίθετα».

 

ΜΕΤΑΞΥ ΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

 

Υπό τη μουσική του Τζίμυ Μπλάντον,
Sophisticated lady, ψυχή τε και σώματι

 

Μια έξαψη σε κυριεύει ενίοτε

Και σκύβεις επάνω της, σιωπηλή,

Ψυχρή και συνεσταλμένη· και άλλες φορές

Η ακολασία σε τρομάζει

Και μου προσφέρεις την απόγνωσή σου.

Κουρνιάζουμε συνήθως στις κρυψώνες μας και

Καλύπτουμε τη σπλήνα μας, προσποιούμενοι

Ότι οι επίδεσμοι είναι οι πληγές μας.

Μα κάποτε ο τροχός της αλλαγής σταματάει·

Η ψευδαίσθηση αποχωρεί εν ειρήνη·

Και ξαφνικά η έπαρση ανάβει τη σάρκα σου –

Διαυγής σαν διαμάντι, σοφή σαν μαργαριτάρι –

Και η όψη σου απόμακρη, απόλυτη,

Τέλεια και οριστική σαν του θηρίου.

Είναι θαυμάσιο να σε κοιτάω,

Μια γυναίκα ζωντανή σε ένα δωμάτιο

Γεμάτο αλλόφρονες ανθρώπους,

Και σκέφτομαι τους τοξωτούς γλουτούς σου

Κάτω από το μεταξωτό βραδινό σου φόρεμα,

Και την πανέμορφη φωτιά που απλώνεται

Από το φύλο σου, κατακαίγοντας σάρκα και κόκκαλα,

Και τους απίστευτα πολύπλοκους

Εγκεφαλικούς ιστούς σου ολοζώντανους

Κάτω απ’ τα εξαίσια, κυματιστά μαλλιά σου.

 

~ μτφρ.: Στέργιος Μήτας

           

*

ΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Το κεφάλι και οι ώμοι μου μαζί με το βιβλίο μου
στη δροσερή σκιά, και το σώμα μου αραγμένο,

καθώς ξαπλώνω, να λούζεται στον ήλιο
Διαβάζοντας δίπλα στον καταρράκτη.--
«Οι υπογραφές των πραγμάτων» του
Boehme.
μες στον βαθύ Ιούλιο τα φύλλα
της δάφνης, με όλες τις χρυσαφένιεςς αποχρώσεις τους,
περιδινίζονται μέσα από την παλλόμενη
βαθιά δάφνινη σκιά όλη την ημέρα. Επιπλέουν
στον καθρέφτη του ουρανού και του δάσους
για λίγο, και μετά, ενώ περιστρέφονται ακόμα αργά
βυθίζονται μέσα στο κρυστάλλινο βάθος
της λίμνης στον χρυσό της πυθμένα από φύλλα.
Ο άγιος έβλεπε τον κόσμο να ρέει
μέσα στην ηλεκτρόλυση της αγάπης.
Τον αφήνω δίπλα μου και κοιτάζω μέσα από τις εκδιπλώσεις της σκιάς
των λυγερών κορμών  και των ηλιόλουστων δαφνόφυλλων
O τρυποφράχτης κλωσσάει μέσα στον θόλο από βρύα της φωλιάς του.
Μια σαύρα παλεύει με μια λευκή νυχτοπεταλούδα

που πνίγεται στην λίμνη. Τα γεράκια ρεκάζουν,
παίζοντας στην ουράνια οροφή
Οι μακρόσυρτες ώρες περνούν.
Σκέφτομαι αυτούς που με αγάπησαν,
Όλα τα βουνά που έχω ανέβει,
όλες τις θάλασσες που κολύμπησα.
Το κακό του κόσμου καταποντίζεται.
Το φορτίο από έγνοιες και αμαρτίες που κουβαλώ πέφτει από πάνω μου

και βλέπω τα σαράντα καλοκαίρια μου να πέφτουν σαν
φύλλα και σαν νερό που πέφτει
αιώνια στον καλοκαιρινό αέρα.

Ελάφια χοροπηδούν στα ξέφωτα,
κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι του Ιουλίου.
Υπάρχει μια μυρωδιά από ξερό χορτάρι
στον αέρα, και η αχνή
μυρωδιά ενός μακρινού κουναβιού.
Καθώς στέκομαι στην άκρη του δάσους,
παρακολουθώντας το σκοτάδι, ακούγοντας
την ησυχία, μια μικρή κουκουβάγια
έρχεται στο κλαδί από πάνω μου,
με φτερά πιο ακίνητα κι από την αναπνοή μου.
Όταν στρέφω τον φακό μου πάνω της,
τα μάτια της λάμπουν σαν σταγόνες λειωμένου σιδήρου,
και μου γέρνει το κεφάλι της,
σαν ένα περίεργο γατάκι.
Το λιβάδι είναι φωτεινό σαν χιόνι.
Ο σκύλος μου περιφέρεται στο γρασίδι, μια σκοτεινή
θολούρα μέσα στην θολή λαμπρότητα.
Περπατάω προς το άλσος με τις βελανιδιές όπου
 ήταν κάποτε το ινδιάνικο χωριό.
Εκεί, μέσα στο στικτό και αραχνοΰφαντο φως...
και το σκοτάδι, αχνό στη γαλάζια ομίχλη,
βρίσκονται είκοσι δαμάλες Χολστάιν,
Μαύρες και άσπρες, όλες ξαπλωμένες,
ήσυχα μαζί, κάτω από
τα τεράστια δέντρα που είναι ριζωμένα στους τάφους.

Όταν έσυρα το σάπιο κούτσουρο
από τον πάτο της λίμνης,

Μου φάνηκε βαρύ σαν πέτρα.
Το άφησα πλαγιασμένο στον ήλιο
για ένα μήνα, και μετά το έκοψα
σε κομμάτια, και τα χώρισα
για προσάναμμα, και τα άπλωσα
για να στεγνώσουν λίγο ακόμα. Αργά εκείνη τη νύχτα,
αφού διάβασα για ώρες,
ενώ οι νυχτοπεταλούδες κροτάλιζαν πάνω στην λάμπα--
οι άγιοι και οι φιλόσοφοι
για το πεπρωμένο του ανθρώπου--
βγήκα στη βεράντα της καλύβας μου,
και κοίταξα ψηλά μέσα από το μαύρο δάσος
τα νησιά των αστεριών που λικνίζονταν.
Ξαφνικά είδα στα πόδια μου,
απλωμένες στο πάτωμα της νύχτας, ράβδους
από παλλόμενο φωσφορισμό,
και παντού τριγύρω ήταν σκορπισμένα θραύσματα
από χλωμό κρύο φως που ήταν ζωντανό.

 

~ μτφρ.: Κατερίνα Ηλιοπούλου

 

Σημ.τ.μ.: Το De Signatura Rerum (1621) του Γερμανού φιλόσοφου και μυστικιστή Jacob Boehme μιλάει για τον νόμο των υπογραφών, δηλ. για την ιδέα ότι κάθε αντικείμενο στον πραγματικό κόσμο έχει κάποιο κρυμμένο νόημα, και ιδιαίτερα για το πώς αυτές οι υπογραφές αλληλεπιδρούν.

 

*



 

 

 

 

 

 

 

 

Το 1951, ο Ρέξροθ εκδίδει μια τετραλογία θεατρικών έργων σε στίχους: Πέρα απ’ τα Όρη [Beyond the Mountains], με κυρίως αρχαιοελληνικούς χαρακτήρες, αλλά με ύφος περισσότερο εμπνευσμένο από το κλασσικό ιαπωνικό θέατρο Νο: Φαίδρα, Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Ερμαίος, και Βερενίκη. Τα έργα αυτά, επαίνεσε ο διάσημος ομότεχνός του William Carlos Williams ως εξής: «Ο Ρέξροθ είναι εκ των κορυφαίων μαστόρων σήμερα. Δεν υπάρχει σ’ αυτόν κανείς συμβιβασμός με την σαπισμένη σειρά της παρελθούσης εμπειρίας. Το έργο του είναι καθαρά ευθύ. Η αποφορά του μολυσμένου Σαίξπηρ απλώς απουσιάζει απ’ αυτό, και απ’ αυτόν. Δεν γνωρίζω αρχαία ελληνικά, αλλά φαντάζομαι πως ένας Αρχαίος Έλληνας, αν γνώριζε την γλώσσα μας όπως οφείλουμε αλλά δεν την γνωρίζουμε εμείς, θα απολάμβανε την αθλητική δροσιά των λέξεων».

 

Το 1952, άλλο ένα ποιητικό βιβλίο, Ο Δράκος κι ο Μονόκερως:

 

ΛΗΔΑ ΚΡΥΜΜΕΝΗ

 

Παραμονή Χριστουγέννων, παράλογα κρύα,

Περπατώ στο πάρκο Γκόλντεν Γκέιτ.

Πυκνώνει το λυκόφως του χειμώνα.

Το πάρκο σκοτεινιάζει πριν

Τη συνηθισμένη ώρα. Ο ουρανός

Βυθίζεται κοντά στα σκιερά

Δέντρα, και δέντρα κι ουρανός μπερδεύονται

Σ’ επίπεδα θολότητας που σβήνουν.

Τα υγρά βότσαλα στο μονοπάτι

Φορούν μικρές δαντέλες πάγου σαν

Ελάχιστα, διάφανα μανιτάρια.

Ξαφνικά ο αέρας γεμίζει

Χιονονιφάδες - αφράτα, κρύα, λευκά

Φτερά που μοιάζουν να μην

Έρχονται απ’ τον ουρανό μα κρυσταλλώνονται

Απ’ τον αέρα. Το χιόνι

Αφόρητα όμορφο,

Πέφτει στην ξέπνοη λίμνη,

Πλέει στα κίτρινα καλάμια.

 

Δεν μπορώ να νιώσω την κίνηση

Του αέρα, όμως ηχεί

Μες στα καλάμια, και το χιόνι

Που πέφτει στις πλεγμένες λόχμες τους

Φτιάχνει έναν άλλο ήχο. Στέκω ακίνητος,

Όσο πιο ήρεμα μπορώ, αναπνέω,

Κι ακούω αυτούς τους δύο ήχους,

Και τον ιστό κοιτάζω της τρεμάμενης, εύθρυπτης

Κίνησης, ώσπου να έρθει η νύχτα.

Γυρίζω από το παραλίμνιο μονοπάτι

Αγνά λευκό απ’ το καινούριο χιόνι. Μακριά,

Μέσα στο μούχρωμα, το ακίνητο

Νερό πίνει το χιόνι.

Απ’ τη συστάδα των χειμωνιάτικων

Βούρλων, στα πόδια μου σχεδόν,

Βροντώντας και χτυπώντας τα φτερά του,

Ένας τεράστιος άσπρος κύκνος βουτά.

Ξεφεύγει απ’ τα μπλεγμένα χόρτα

Και πλέει αιωρούμενος στο μισοσκόταδο.

Μόνο τ’ αόρατα

Μαύρα πόδια του κινούνται μες στο κρύο νερό.

Απομακρύνεται στο σκοτάδι

Μέχρι που γίνεται λευκή μουτζούρα

Σαν πρόσωπο χαμένο μες στη νύχτα,

Κι ύστερα εξαφανίζεται. Όλος ο κόσμος

Είναι ήσυχος κι ακίνητος

Εκτός από την πτώση και τον ψίθυρο

Του χιονιού. Μόνο η νύχτα υπάρχει,

Και το χιόνι και η μυρωδιά

Του παγωμένου νερού.

 

~ μτφρ.: Λένα Καλλέργη

 

Σημ.τ.μ.: Αναφέρεται στη μυθική βασίλισσα της Σπάρτης Λήδα, την οποία ερωτεύτηκε ο Δίας και μεταμορφώθηκε σε κύκνο για να την αποπλανήσει. Από τη συνάντηση αυτή γεννήθηκαν ο Κάστωρ, ο Πολυδεύκης, η Ελένη και η Κλυταιμνήστρα.

 

*

 

ΧΡΥΣΗ ΤΟΜΗ

 

To Paestum, η Ποσειδωνία των ρόδων τής

διπλής ανθοφορίας, η πέτρα του θεού της θάλασσας

στο χρώμα του μελιού, ακόμα ανθεκτική ενάντια

στην αφροσύνη της μακράς παρακμής

του ανθρώπου. Το σαλιγκάρι σκαρφαλώνει τον δωρικό

αυλό, και το άδειο κέλυφος του σαλιγκαριού

κείται δίπλα στο άγριο κυκλάμινο.

Ο ψαμμίτης της ρωμαϊκής

οδού είναι σημαδεμένος απ’ τις ρυτίδες του ήλιου

προϊστορικών ακτών,

αλλά χρόνος κανένας δεν έχει αγγίξει

τις βαθιές αέναες μελωδίες

του χώρου καθώς οι κολόνες αιωρούνται

στο κινούμενο μάτι. Η θάλασσα

αναπνέει σαν νυσταγμένη γυναίκα.

Ο ήλιος κινείται σαν νυσταγμένο χέρι.

Οι στύλοι του Ποσειδώνα άντεξαν

όλες τις ιδιοσυγκρασίες του ήλιου και της θάλασσας.

Αυτή είναι η τάξη των σφαιρών,

η καμπύλη της φτέρης που ξετυλίγεται,

το πορφυρό κοχύλι στη θάλασσα,

αυτοί είναι οι χώροι των φθόγγων

κάθε είδους μουσικής.

Ο κόσμος είναι φτιαγμένος απ’ τον αριθμό

και κινείται με τάξη απ’ την αγάπη.

Η ανθρωπότητα έχει φτάσει ως αυτό το σημείο

και μπορεί μονάχα να υποχωρήσει

όπως μπορούμε μονάχα να γυρίσουμε σπίτι,

από την Ιταλία, μέσω Γαλλίας, σε μια ζωή

πάντα με άξονα αυτό εδώ το μέρος.

 

Τέλος, οι λιγοστοί τουρίστες φεύγουνε,

οι Γερμανοί φωτογράφοι, το

σμήνος απ’ το κατηχητικό,

κι εμείς μένουμε μόνοι. Τρώμε

στον πρόναο, προς τη θάλασσα.

Ελληνικό φαγητό, μικρά λευκά ψωμάκια, καπνιστό τυρί,

καλαμάρια τουρσί, μαύρα σύκα, και μέλι

κι ελαιόλαδο, κοινό φαΐ

της Νάπολης, ακόμα, για όσους τρώνε.

Ένας αρχαίος σκύλος, ο σκύλος του Οδυσσέα,

που γεννήθηκε πριν να υπάρξουν ράτσες σκύλων,

εμφανίζεται, ζητιανεύει, τρώει, κι εξαφανίζεται –

εξώτερος πληρεξούσιος

του θεού. Κι εμείς επίσης νυστάζουμε απ’ το

λευκό κρασί, γεύση σαν πίσσα απ’ το ασκί.

Οι χρυσές και γαλάζιες δέσμες διαπλέκονται

στα μάτια που κλείνουν. Η θάλασσα

ετοιμάζεται να δεχτεί τον ήλιο. Εισχωρούμε

στον ναό, ανοιχτό στον

ουρανό κάνουμε έρωτα, εκεί όπου ο θεός και

η θεά της θάλασσας, βρεγμένοι απ’ το σπέρμα,

ζευγάρωσαν μες στο γεμάτο θυμιάματα σκοτάδι,

καθώς το τραγούδι φούσκωνε κι ύστερα σώπασε.

 

Ομίχλη κατεβαίνει με το ηλιοβασίλεμα. (Οι Γιάνκηδες

σκότωσαν όλα τα κουνούπια.) Μακριές σειρές από

βουβάλια καστανόχρωμα, οι ράχες τους

κύματα που συμπίπτουν, όπως σε

εικόνες του Κρίσνα, διασχίζουνε

τα λαμπερά πράσινα θαλάσσια λιβάδια,

κάτω από λάβαρα λευκής ομίχλης.

Οι φωτιές των στρατοπέδων του

Σπάρτακου τρεμοπαίζουνε στους λόφους.

Το τρένο μας έρχεται με τα πρώτα αστέρια.

Η Αφροδίτη πάνω απ’ τον οίνοπα πόντο.

 

Σε όλη τη διαδρομή της επιστροφής το τρένο γεμίζει

και γεμίζει, και γεμίζει ξανά,

κορίτσια από τα κονσερβοποιεία ψαριών,

και κορίτσια από τα εργοστάσια δαντέλας,

και κορίτσια απ’ τα χωράφια, που

δουλεύουν δώδεκα ώρες για τίποτα,

ή στην καλύτερη για λίγες δεκάρες.

Γελάνε και τραγουδάνε, σε όλη τη διαδρομή

ως τη Νάπολη, σαν τουρλωτοί,

βαθύκορφοι άγγελοι, μες στον ιδρώτα. 

 

~ μτφρ.: Ορφέας Απέργης 

 

*


 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, ο Ρέξροθ είχε ήδη βάλει τα θεμέλια για την περίφημη «Αναγέννηση του Σαν Φρανσίσκο» [San Francisco Renaissance], μιαν εντυπωσιακή άνθηση όλων των τεχνών στην περιοχή αυτή της Καλιφόρνιας. Προώθησε την ποίηση του Lawrence Ferlinghetti, της Denise Levertov, και άλλων, μέσω ραδιοφωνικών εκπομπών· διοργάνωσε τις «Παρασκευές», ένα εβδομαδιαίο λογοτεχνικό σαλόνι απ’ όπου αργότερα πέρασαν, μεταξύ άλλων, και οι: Robert Duncan, Gary Snyder, Allen Ginsberg, και άλλοι Beat.

Όπως γράφουν οι Charters και Miller : «Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ποικίλες όψεις των ενδιαφερόντων του Ρέξροθ για την πρωτοποριακή τέχνη, την ριζοσπαστική πολιτική, και την Ανατολική φιλοσοφία, καταλαβαίνει κανείς γιατί έμοιαζε ο τέλειος μέντορας των Μπητ».

Ήδη, ο Ρέξροθ κατείχε μια κεντρική θέση στην λογοτεχνική κοινότητα της Καλιφόρνιας, κοινότητα την οποία ο Gibson περιγράφει με χαρακτηριστικά που ισχύουν και για τον ίδιο τον ποιητή: «αναρχοειρηνιστική στην πολιτική, μυστικο-ατομικιστική στην θρησκεία, και πειραματική στην αισθητική θεωρία και πράξη». Ο Ρέξροθ είχε συμβάλει στην ίδρυση των βασικών θεσμών αυτής της κοινότητας: το Ίδρυμα “Pacifica” που διέθετε και δημόσιο ραδιοφωνικό σταθμό, και το Κέντρο Ποίησης [Poetry Center] του San Francisco State College. Ήταν επίσης ήδη αναγνωρισμένος αρθρογράφος και κριτικός στα έντυπα “The Nation”, “The San Francisco Chronicle”, και “The New York Times”, όπου με άρθρα του υποστήριζε το έργο των νεότερων ποιητών. Διοργάνωνε επίσης, το διάστημα 1955 με 1957, και για την δική του ποίηση, και για την ποίηση άλλων, βραδιές ποιητικών αναγνώσεων, συχνά συνδυασμένων με ζωντανή μουσική τζαζ. Θεωρούσε δε τις εκδηλώσεις αυτές απαραίτητες για την παρουσίαση της «ποίησης ως φωνής, όχι ως τυπογραφίας». Χάρη στον Ρέξροθ, γίνεται και η πρώτη δημόσια ανάγνωση, στις 7 Οκτωβρίου 1955, στην θρυλική «Six Gallery», του Ουρλιαχτού του Γκίνσμπεργκ. Και στην διαβόητη δίκη «περί ασέμνων» του εκδότη Λώρενς Φερλινγκέττι για το βιβλίο αυτό, ο Ρέξροθ θα καταθέσει, φυσικά, ως μάρτυς υπερασπίσεως. Έτσι του βγήκαν τα παρατσούκλια «Ο Πατέρας» και «Ο Νονός των Μπητ».

Ωστόσο, παρότι φάνηκε βολικό για κάμποσους κριτικούς να τον συγχέουν με τους νεότερους ‘προστατευόμενούς’ του, είναι πασιφανές ότι δεν επηρεάστηκε απ’ όσους επηρέασε, και δεν μοιράζεται μαζί τους τα βασικά χαρακτηριστικά της ποίησής τους. Όπως έγραψε ο Rosenthal: “Το Προς Υπεράσπισιν της Γης [In Defense of the Earth] (1956) του Ρέξροθ αποδεικνύει πως αυτός είναι ο πιο δυνατός από τους αναρχικούς ποιητές της Δυτικής Ακτής επειδή είναι πολλά περισσότερα από αναρχικός ποιητής της Δυτικής Ακτής. […] Είναι άνθρωπος ευρείας καλλιέργειας και […] γνήσιος ποιητής». Για το ίδιο βιβλίο, ο Gibson σημειώνει: «Το βιβλίο του Ρέξροθ από την εποχή των Μπητ, Προς Υπεράσπισιν της Γης, […] δεν είναι απλώς ένα παλιωμένο τεκμήριο του καιρού του […]. Αυτά τα ποιήματα αγάπης και διαμαρτυρίας, διαλογισμού και μνήμης, ξεχωρίζουν ως κάποια από τα ποιήματά του με το βαθύτερο αίσθημα». Μάλιστα, όταν κάποιοι από τους Μπητ έγιναν «χίπστερς», ο Ρέξροθ, με την σταθερή και παροιμιώδη κριτική ακεραιότητά του, δεν δίστασε να γράψει εναντίον του συνολικού κινήματος, μην παύοντας, παραταύτα, να αναγνωρίζει τα σημαντικά χαρακτηριστικά του.

Μερικά ποιήματα, λοιπόν, από το Προς Υπεράσπισιν της Γης.

 

ΚΟΤΣΥΦΙΑ

 

Στα μέσα του Μάρτη στην καρδιά

Της νύχτας, στο κέντρο

Της στείρας  πόλης ,εν μέσω

μιλίων ασφάλτου και

Πέτρας, μόνος και ματαιωμένος,

Άγρυπνος στο στενό μου κρεβάτι

ο νους μου να κλωθογυρίζει ανήσυχος

Τότε μου ήρθε , γλιστρώντας μέσα

Απ’ τις οπές του

 Θυελλώδους ζόφου, το ζωντανό

Σχεδόν ανεπαίσθητο,

Ξεψυχισμένο, επίμονο, επαναλαμβανόμενο

Τραγούδι ενός μοναδικού δενδροβατράχου-

Μία φωνή γλυκύτερη  σχεδόν απ’ όλων των πτην’ων.

Εφτά χρόνια πριν βρισκόμαστε πλαγιασμένοι

Γυμνοί και υγροί, κάνοντας έρωτα

Υπό το φως της πασχαλινής πανσελήνου

Το πυκνό μυρωμένο φως τρεμοσβήνοντας

Με τους κελαηδισμούς­ των κοτσυφιών.

 

~ μτφρ.: Χριστιάνα Μυγδάλη


*

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΙ ΓΙΑΚΟΜΠΣΟΝ

Μείναμε λίγοι, σύντομα
Δε θα ’χει μείνει κανείς. Ήμασταν σύντροφοι
Μαζί, πιστεύαμε ότι
Θα βλέπαμε με τα μάτια μας τον καινούριο
Κόσμο όπου ο άνθρωπος δε θα ήταν πια
Λύκος για τον άνθρωπο, αλλά άντρες γυναίκες
Θα ήταν όλοι αδέρφια κι εραστές
Μαζί. Αυτό δε θα το δούμε.
Δε θα το δούμε, κανείς από μας.
Είναι πιο μακρινό απ’ όσο νομίζαμε.
Στα χρόνια της νιότης μας πιστεύαμε
Ότι καθώς θα μεγαλώναμε και θα βγαίναμε
Εκτός, καινούριοι νεοσύλλεκτοι, νέοι
Και με τη σοφία της νεότητας,
Θα έπαιρναν τις θέσεις μας και
Σίγουρα αυτοί θα μεγάλωναν
Στη Χρυσή Εποχή. Δεν έχουν έρθει.
Δε θα ’ρθουν. Από μας δεν έχουν μείνει
Αρκετοί. Άλλοτε
Προελαύναμε σε πυκνές παρατάξεις, σήμερα καθένας
Από μας αποκρούει τον εχθρό
Μοναχικός απομονωμένος αντάρτης.
Όλα αυτά έχουν ξανασυμβεί,
Πολλές φορές. Και δεν πειράζει.
Ήμασταν σύντροφοι μαζί.
Η ζωή για μας ήταν καλή. Είναι
Καλό να ’σαι γενναίος – τίποτα
Καλύτερο. Το φαγητό έχει καλύτερη γεύση. Το κρασί
Είναι πιο εξαιρετικό. Τα κορίτσια είναι πιο
Όμορφα. Ο ουρανός είναι πιο γαλάζιος
Για τους γενναίους – για τους γενναίους και
Ευτυχισμένους συντρόφους και για τους
Μοναχικούς γενναίους πολεμιστές που αποσύρονται.
Είχες καλή ζωή. Ακόμα και οι
Θλίψεις της και οι ήττες και οι
Διαψεύσεις ήταν καλές,
Απαντήθηκαν με σθένος και μια χαρούμενη καρδιά.
Έφυγες και είμαστε τόσο
Πιο μόνοι. Είμαστε ένας λιγότερο
Σύντομα δε θα ’μαστε κανείς. Τώρα ξέρουμε
Ότι αποτυγχάναμε για πολύ καιρό.
Και δε μας νοιάζει. Εμείς οι λίγοι θα
Θυμόμαστε για όσο μπορούμε,
Ίσως να θυμούνται τα παιδιά μας,
Κάποια μέρα θα θυμάται ο κόσμος.
Έπειτα θα πουν, «Αυτοί έζησαν
Τον καιρό των καλών συντρόφων.
Υπέροχο θα ’ταν
Να ζει κανείς τότε, αν και
Είναι πολύ όμορφα τώρα».
Θα μας θυμούνται, όλους μας,
Πάντα, οι πάντες,
Τις καλές μέρες που τώρα είναι τόσο μακριά.
Αν οι καλές μέρες δεν έρθουν ποτέ,
Δε θα το μάθουμε. Δε θα μας νοιάζει.
Οι ζωές μας ήταν οι καλύτερες. Ήμασταν
Στις μέρες μας οι πιο ευτυχισμένοι.

~ μτφρ.: Αντωνία Γουναροπούλου

 

*


 

 

 

 

 

 

 

 

ΗΣΥΧΑ

 

Ήσυχα ξαπλωμένος εδώ δίπλα σου,

Το μάγουλό μου στους κρουστούς, ήσυχους μηρούς σου,

Η ήρεμη μουσική του Μποκερίνι

Να μας σκεπάζει μες στην ησυχία,

Καθώς ο ήλιος αφήνει τις σκεπές και φεύγει

Πέρα από τον Ειρηνικό, ήσυχος -

Τόσο ήσυχος ο ήλιος κινείται μακριά μας,

Τόσο ήσυχος όπως πάντα φεύγει ο ήλιος,

Τόσο ήσυχα, τα σώματά μας, κουρασμένα από

Τους χρόνους και τις μεταμέλειες του έρωτα, το

Μυαλό μας κουλουριασμένο, ήσυχο στο κέλυφός του, αδρανές

Οι καρδιές μας αργές, ήσυχες, αξιόπιστες

Στον συνδυασμένο τους ρυθμό, ο σφυγμός

Στον μηρό σου μου χαϊδεύει το μάγουλο. Ήσυχα.

 

~ μτφρ.: Λένα Καλλέργη

           

*

 

ΖΩΟΛΟΓΙΟ

 

για τις κόρες μου, Μαίρυ και Κάθριν

 

Ορυκτερόπους

 

Ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον ορυκτερόποδα

εκδιώχθηκε με γέλια από τη συνεδρίαση

της Ολλανδικής ακαδημίας.

Κανείς δεν ήθελε να τον πιστέψει.

Ο ορυκτερόπους πήρε εκδίκηση –

Επέστρεφε στα όνειρα, μέσα σε καπνό,

Και Σε ανώνυμα γράμματα.

Μια μέρα κάποιος βρήκε

Ότι υπήρχε ανέκαθεν στον Ιερώνυμο

Μπος. Από εκεί είχε

ξεγλιστρήσει στην Αφρική

 

 

Εγώ

 

Πρόσεχέ το. Αυτό είναι όλο κι όλο.

Άλλο δεν θα βρεις ποτέ.

 

 

Ρακούν

 

Το ρακούν φορά μια μαύρη μάσκα

Και πλένει τα πάντα

Πριν τα φάει.

Αν του δώσεις ένα κύβο ζάχαρης,

Θα τον λιώσει στο πλύσιμο και θα βάλει τα κλάματα.

Μερικές απ’ τις γλυκύτερες ηδονές της ζωής

Μπορείς να τις χαρείς μόνο αν

Δεν σε πειράζει λίγη βρώμα.

Κι εδώ το ψεύτικο πρόσωπο δεν σε ωφελεί.

 

 

Μονόκερως

 

Υποτίθεται ότι ο μονόκερως

Αναζητεί μία παρθένα, ακουμπά

Το κεφάλι του στην ποδιά της και κλαίει

Ενώ εκείνη του κλέβει το κέρας του.

Η παρθενία είναι γνωστή

Και με το όνομα στέρηση. Δύσκολο

να βρεις δικαιολογία

για κάτι ανύπαρκτο.

Παρόλα αυτά στα πρώτα σου χρόνια

Μπορεί και να συναντήσεις ένα μονόκερω.

Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα καλύτερα

από το κέρας του μονόκερου.

 

 

Γύπας

 

Ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης πίστευε

Πως οι γύπες ήταν λεσβίες

Που γονιμοποιούνταν με τον άνεμο.

Όταν θες να μάθεις τα πραγματικά δεδομένα της ζωής

Οι παπικοί διανοούμενοι

Μπορεί να αποδειχτούν άκρως παραπλανητικοί.

 

~ μτφρ.: Λένια Ζαφειροπούλου

 

*

 

Όταν πια φτάνει η δεκαετία του 1960, η επιρροή του Ρέξροθ είχε ήδη εξαπλωθεί πολύ  πέραν του Σαν Φρανσίσκο. Η αφοσιωμένη εργασία του στην μετάφραση και την ανάδειξη της ποίησης άλλων γλωσσών και πολιτισμών, μέσω της στήλης του «Επανεπίσκεψη των Κλασσικών» [Classics Revisited] στο "Saturday Review”, και, κυρίως, μέσω των θρυλικών –και σταθερώς μπεστ-σέλλερ– ανθολογιών του Εκατό Ποιήματα από τα Ιαπωνικά [One Hundred Poems from the Japanese] (New Directions, 1955) και Εκατό Ποιήματα από τα Κινεζικά [One Hundred Poems from the Chinese] (New Directions, 1971), πιθανώς υπήρξε πιο επιδραστική από την ίδια την ποίησή του.

Στο ώριμο ποιητικό του έργο, ο Ρέξροθ χρησιμοποίησε έναν ελεύθερο στίχο χωρίς ομοιοκαταληξία, με συνήθως επτά έως εννέα συλλαβές ανά στίχο. Ονόμασε το στιχουργικό ‘σύστημά’ του αυτό «φυσικούς αριθμούς», θεωρώντας πως του επέτρεπε να τονίσει τον «φυσικό ρυθμικό παλμό της ομιλίας».  Εξού και το ομώνυμο ποιητικό βιβλίο του 1964:

 

ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ –  ΟΚΤΩ ΓΙΑ ΤΗ  ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΟΡΝΕΤ

 

αν ο πόνος είναι μεγαλύτερος

από τη διαφορά

όπως το πουλί μέσα στη νύχτα

ή οι ευωδιές μες στη σελήνη

ω μάγισσα της απορίας

ω χείλη της υποταγής

στη σάρκα του καλοκαιριού

το ασημένιο γοβάκι

στο κοιμισμένο δάσος

αν η ελπίδα υπερβαίνει το ερώτημα

ως προς την άνοιξη των βρύων

στη σελήνη του τρύγου

ανάμεσα στους θύλακες του μεταξιού

στην υπέρλαμπρη διαφορά

ω γλώσσα της μουσικής

ω δάσκαλε του θάμβους

αν η σάρκα της καρδιάς

αν ο χυμός ης φτερούγας

καθώς η αγάπη

αν η γέννηση

ή η εμπιστοσύνη καθώς

η αγάπη ως αγάπη

ονειρεύεται να βουτήξει

στο συγκεχυμένο φως

καλεί το φως

τις μικρές αιχμηρές υφές

στη δίνη

στο λευκό φτερό

μετέωρες

στον ουρανό οι λεπίδες

τσιμπολογώντας   τις ρώγες

νέο ρίγος

ανακάλυψε το μέλι

φίλα φίλα

 

~ μτφρ.: Χριστιάνα Μυγδάλη

 

Σημ.τ.μ.: Ο Ορνέτ Κόλμαν ήταν σαξοφωνίστας και συνθέτης, σημαντική μορφή της τζαζ μουσικής σκηνής, εισηγητής μιας ιδιαίτερα αντισυμβατικής δομής στις μουσικές του συνθέσεις.

 

*

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Την ίδια χρονιά, βραβεύεται από το Εθνικό Ινστιτούτο Τεχνών και Γρμμάτων [National Institute of Arts and Letters]. Αργότερα, θα λάβει μια υποτροφία Fulbright για την Ιαπωνία (1974), το Copernicus Award της Ακαδημίας Αμερικανών Ποιητών [Academy of American Poets] για το σύνολο του έργου του (1975), και άλλο ένα βραβείο από το National Endowment for the Arts (1977).

Το 1966, εκδίδονται τα Συγκεντρωμένα Συντομότερα Ποιήματά του – απ’ όπου και η αποψινή επιλογή. Την ίδια χρονιά, κυκλοφορεί και το βιβλίο του για την νεότητά του, Ένα Αυτοβιογραφικό Μυθιστόρημα [An Autobiographical Novel]. Ακολούθησαν, μεταξύ άλλων, οι ποιητικές συλλογές Ο Κήπος της Καρδιάς, η Καρδιά του Κήπου [The Heart’s Garden, the Garden’s Heart] (1968), Νέα ποιήματα [New Poems] (1974), Ο Αυγερινός [The Morning Star] (1979), και Τα Ερωτικά Ποιήματα της Μάριτσικο [The Love Poems of Marichiko] (1978) – όπου παρέστησε ότι μετέφραζε μια Ιαπωνίδα ποιήτρια του Μεσαίωνα· και όντως, προς το τέλος της ζωής του μετέφραζε ποιήτριες της Αρχαίας Ελλάδας, της Κίνας και της Ιαπωνίας.

Ας αναφέρουμε, τέλος, ότι κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970, συνέταξε την ανθολογία The Poetry of Pre-Literate Peoples (Η Ποίηση των Λαών πριν από την Γραφή – θέμα που τον ενδιέφερε από την παιδική του ηλικία, όταν πρωτογνώρισε μια γρια Ινδιάνα της φυλής Potawatomi που εργαζόταν για την γιαγιά του) με δείγματα απ’ όλες τις ηπείρους, και έκτασης περίπου 350 σελίδων – ανθολογία η οποία, δυστυχώς, ουδέποτε εκδόθηκε. Και δεν είναι το μόνο από τα πολλά ανέκδοτα κατάλοιπά του, και αθησαύριστα κείμενά του.

«Επαναστατικότητα και συντηρητισμός, το κοσμικό και το πνευματικό, ασιατικές και δυτικές ιδέες παραδόσεων που μοιάζουν ασύμβατες, εναρμονίστηκαν μοναδικά στον κόσμο του Ρέξροθ», έγραψε ο Γκίμπσον. Ο δε ποιητής Douglas Dunn: «Ανεπαρκής σημασία έχει αποδοθεί στην ταυτότητα του Ρέξροθ ως παλιομοδίτη, ειλικρινούς άνθρώπου των γραμμάτων με απόλυτη διανοητική ανεξαρτησία. […] Η ιδιοσυγκρασία του ήταν υπερβολικά ανεξάρτητη, υπερβολικά λόγια, για οποιαδήποτε ξεκάθαρη αφοσίωση. Γύρισε την πλάτη στον Έλιοτ και στον Πάουντ. Είχε την εκνευριστική συνήθεια – για τους μετρίους, δηλαδή, αυτούς που ανήκουν σε λογοτεχνικά στρατόπεδα – να αγαπά κάποια πράγματα αλλά όχι όλα, όσον αφορά ορισμένους ποιητές και κινήματα. Όπως όλα τα καλά παραδείγματα στην μοντέρνα ποίηση, τον είδαν περισσότερο ως μορφή παρά ως δημιουργό· ως εκπρόσωπο παρά ως συμμετέχοντα. Το ότι είναι και τα τέσσερα αυτά πρόσωπα συγχρόνως, ακολουθεί ως γλυκειά ανακάλυψη μιαν ανάγνωση του έργου του, αντί για πλάγια βλέμματα στις εκτιμήσεις άλλων για την φήμη του».

Ο Ρέξροθ πέθανε στις 6 Ιουνίου 1982 στην Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνιας. Είναι θαμμένος σ’ έναν βράχο ψηλά πάνω απ’ τη θάλασσα.

Εμείς, ας κλείσουμε αυτό το αφιέρωμα με δύο ποιήματα από την συλλογή του 1965, Η Απόδειξη του Γκαίντελ:

 

ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΣΤΟ ΑΝΕΘΟΥΠ

 

Ανοίγεις το φόρεμά σου στο

σκονισμένο κρεβάτι όπου

κανένας δεν κοιμήθηκε

για χρόνια

μια κουκουβάγια στενάζει  στη σκεπή

λες

αγάπη μου αγάπη

μου

στο γκρίζο φως της παλιάς

λάμπας λαδιού οι ώμοι

η κοιλιά σου τα στήθη οι γλουτοί

όλα σαν άνθη ροδακινιάς

πέρα μακριά πελώρια αστέρια

έξω από το ραγισμένο τζάμι

τεράστια αθάνατα ζώα

το καθένα μόνο ένα μάτι

παρακολουθούν            

ανοίγεις το σώμα σου

δεν έχει τέλος η νύχτα            

δεν έχει τέλος το δάσος

σπίτι εγκαταλειμμένο μια ζωή

στο δάσος στη νύχτα

κανείς δεν θα έρθει ποτέ

στο σπίτι

μόνοι

στο μαύρο κόσμο

στων ματιών τη χώρα

 

~ μτφρ.: Ασπασία Λαμπρινίδου

 

Σημ.τ.μ.: Στον τίτλο, αναγραμματισμός της λέξης «Πουθενά». Στο πρωτότυπο, «Erewhon», αναγραμματισμός του «Nowhere» – ένας τόπος ανύπαρκτος, μια (εδώ, ερωτική) ουτοπία. Η λέξη προέρχεται από τον τίτλο του σατιρικού μυθιστορήματος του Samuel Butler Erewhon (1872).

 

*

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΙΠΕ Ο ΜΑΚΤΑΓΚΑΡΤ

 

Εδώ και πάρα πολύ καιρό

Παρακολουθώ ένα μαύρο κλήμα

Αδύνατον να βρω τη ρίζα

Αδύνατον να βρω την κορυφή

Υπάρχει ένας ψηλός τοίχος με αγκάθια

Υπάρχει ένας παχύς τοίχος με αγκάθια

Γύρω από άγνωστο κάστρο

Τα αγκάθια, καλυμμένα με άνθη

Κάθε άνθος, διαφορετικό

Μα η ευωδιά τους είναι το άρωμα

Σώματος που έχω χάσει

 

~ μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 ΠΗΓΕΣ

~ https://modernamericanpoetry.org/kenneth-rexroth
~ https://www.bopsecrets.org/rexroth/
~ David Meltzer, « Interview with Kenneth Rexroth» [
καλοκαίρι 1969], στο San Francisco Beat: Talking with the Poets (City Lights, 2001), και αναδημοσιευμένη στο: https://www.bopsecrets.org/rexroth/meltzer.htm
~
https://poets.org/poet/kenneth-rexroth
~ https://www.poetryfoundation.org/poets/kenneth-rexroth
~
https://en.wikipedia.org/wiki/Kenneth_Rexroth

 

Σημ.: Το αφιέρωμα αυτό αποτελεί έντυπη εκδοχή της εκδήλωσης του «Με τα λόγια (γίνεται)» στο θέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2025, κατά την οποία οι μεταφραστ/ρι/ες διάβασαν τις μεταφράσεις που είχαν προσκληθεί να κάμουν από τον επιμελητή της εκδήλωσης και ανθολόγου του ποιητικού έργου του Ρέξροθ, Παναγιώτη Ιωαννίδη. Τα πρωτότυπα ποιήματα, διάβασε ο Ίαν Ρόμπερτσον [Ian Robertson].


~

 

Ο Χάρης Γαρουνιάτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987. Το πρώτο του βιβλίο,  Ροσινιόλ (2019), κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αντίποδες». Ποιήματα και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά («Ποιητική», «Φρέαρ», «Μανδραγόρας» κ.ά.), καθώς και στο ιστολόγιό του harisgarouniatis.wordpress.com.

H Αντωνία Γουναροπούλου εργάζεται ως μεταφράστρια και δημοσιεύει μεταφράσεις της και δικά της κείμενα σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων.

Ο Γιάννης Δούκας είναι ποιητής, μεταφραστής, και Δρ. Κλασικής Φιλολογίας (University of Galway). Τα ώς τώρα βιβλία του (όλα από τις εκδ. Πόλις): Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα (2001), Στα μέσα σύνορα (2011), Το σύνδρομο Σταντάλ (2013), η θήβα μέμφις (2020). 

Η Λένια Ζαφειροπούλου είναι λυρική τραγουδίστρια, ποιήτρια και μεταφράστρια. Έχει εκδώσει τέσσερα ποιητικά βιβλία (πιο πρόσφατο: Φύση μισή – Τα χειρόγραφα από το σπίτι του λόφου, Πόλις, 2024) και μεταφράσει Σαίξπηρ, Γκαίτε, Χάινε, Πούσκιν και Κάφκα. Κυκλοφορεί ο προσωπικός της δίσκος Sunless Loves.

Η Κατερίνα Ηλιοπούλου είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. Έχει δημοσιεύσει πέντε βιβλία ποίησης, μια συλλογή διηγημάτων, και, πιο πρόσφατα, το μυθιστόρημα Παραντί (Εστία, 2026). Έχει επιμεληθεί και συμμετάσχει σε δύο συλλογικά βιβλία δοκιμίων για την σύγχρονη ποίηση, ενώ δημοσιεύει συχνά κριτικές και δοκίμια. Έχει μεταφράσει το έργο της Σύλβια Πλαθ και του Γουόλτ Γουίτμαν, σε συνεργασία με την Ελένη Ηλιοπούλου. Έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και η ποίησή της έχει μεταφραστεί και δημοσιευθεί σε πολλές γλώσσες. Από το 2013, διευθύνει το περιοδικό “ΦΡΜΚ” (Φάρμακο) για την ποίηση, τις κοινωνικές επιστήμες και τα εικαστικά. Από το 2017 ώς το 2020, επιμελήθηκε το Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών στα πλαίσια της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου της Θεσσαλονίκης. Έχει επίσης συνδιοργανώσει και επιμεληθεί ποικίλα έργα που συνδυάζουν την ποίηση με τα εικαστικά και την περφόρμανς, και αναζητούν μια διαφορετική σχέση της σύγχρονης τέχνης με τον δημόσιο χώρο και με το κοινό.

Ο Λευτέρης Ζαχαριουδάκης. Περιστασιακός μεταφραστής, μελετητής της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας. 

Ο Παναγιώτης Ιωαννίδης είναι ποιητής, κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία ποίησης· πιο πρόσφατο: Ρινόκερως (Καστανιώτης, 2020). Έχει επίσης συμμετάσχει σε δύο βιβλία δοκιμίων· πιο πρόσφατο: Τι μας μαθαίνει η τέχνη – Η καλλιτεχνική πράξη ως διεργασία γνώσης (εκδ. ΦΡΜΚ, 2020). Από το 2013 έως το 2025, υπήρξε Υπεύθυνος για την Ποίηση στο περιοδικό “The BooksJournal”. Μεταφράζει ποίηση από τα αγγλικά, τα γαλλικά, και τα ιταλικά – ενώ δικά του ποιήματα, μεταφρασμένα σε διάφορες γλώσσες, έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες και περιοδικά. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού “[ΦΡΜΚ]”· ιδρυτής και επιμελητής των ποιητικών εκδηλώσεων “Με τα λόγια (γίνεται)”· και διευθυντής του περιοδικού «Με τα λόγια / Περιοδικό».

Η Λένα Καλλέργη έχει γράψει τα βιβλία ποίησης Ανήμερο (Ίκαρος, 2023 - Βραβείο ποίησης του περιοδικού «Ο Αναγνώστης»), Περισσεύει ένα πλοίο (Γαβριηλίδης, 2016 - Βραβείο Κύκλου Ποιητών· Μονόκλ, β’ 2023) και Κήποι στην άμμο (Γαβριηλίδης, 2010 - Βραβείο «Μαρία Πολυδούρη»). Συμμετείχε στα συλλογικά, πειραματικά βιβλία ποίησης Ομάδα Από Ποίηση (Γαβριηλίδης, 2010) και Ομάδα Από Ποίηση ΙΙ: Υπέρ Ονειρίας (Γαβριηλίδης, 2012). Ποιήματα, διηγήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά της έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και ανθολογίες στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες. 

Η Ασπασία Λαμπρινίδου είναι φιλόλογος, ποιήτρια, και μεταφράστρια. Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή: To ζώο που κοιμάται (Poema, 2014)· τρία βιβλία με μεταφράσεις από το έργο της Άννας Αχμάτοβα: Στην άκρη της θάλασσας (Poema, 2013), Ελεγείες του Βορρά (Poema, 2014), Το φως του προβολέα (Το Ροδακιό, 2017)· και μιαν ανθολογία ποιημάτων και επιστολών του Τζων Κητς, A thing of beauty (Κίχλη, 2023). 

Ο Στέργιος Μήτας διδάσκει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Έχει εκδώσει τα ποιητικά βιβλία Έμμετρη φυσική ιστορία των θεάτρων (Μικρή Άρκτος, 2013) και Ξέρετε το τέλος ([μαζί με τους Θ. Ρακόπουλο και Α. Ψάλτη] Αντίποδες, 2017). 

Η Χριστιάνα Μυγδάλη είναι μεταφράστρια. Δίδαξε γλώσσα και λογοτεχνία σε εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Ελλάδα και την Αγγλία. Ασχολείται με το μπούτο. Εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. 

Ο Χρήστος Σιορίκης (γ. 1989) μεγάλωσε στο Αγρίνιο και ζει στην Αθήνα. Εργάζεται ως δάσκαλος Ισπανικών, γράφει ποιήματα, και μεταφράζει ποίηση και δοκίμιο. Η ποιητική του συλλογή Η πρώτη φορά (Αντίποδες, 2018) ήταν υποψήφια για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου στην ποίηση, του περιοδικού «Ο Αναγνώστης». Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, σε ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο ίδιος έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, το βιβλίο Η σαγήνη του λόγου (συνομιλίες του Χούλιο Κορτάσαρ με τον Ομάρ Πρέγο· Εξάντας, 2020) και, σε συνεργασία με τη Μαίρη Γιόση, το μοναδικό θεατρικό έργο της Ισπανίδας φιλοσόφου Μαρία Θαμπράνο [Maria Zambrano], Ο τάφος της Αντιγόνης (Loggia, 2025· Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης του Φεστιβάλ ΛΕΑ [Λογοτεχνία Εν Αθήναις], 2026). Κυκλοφορεί επίσης η δεύτερη ποιητική του συλλογή, Ποια χώρα είμαι (Ροές, 2025).

 



 

 *** Πατήστε εδώ για τα περιεχόμενα του τεύχους *** 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου