20170428

απρ. 2017 _ μίνι-φεστιβάλ γαλλόφωνης ποίησης


Η δεύτερη 'εκτός σειράς' εκδήλωση του "μτλγ" για την περίοδο 2016-17, ήταν ένα 'μίνι-φεστιβάλ' γαλλόφωνης και ελληνικής ποίησης, στις 18 και 29 Απριλίου 2017. Για το φεστιβάλ "SepT + ΔέκΑ", το "Λεξικοπωλείο" συνεργάστηκε με το "μτλγ", τις γαλλικές εκδόσεις "La tête à l'envers" και τον οργανισμό "Wallonie-Bruxelles International" σ' ένα διήμερο ποίησης στα γαλλικά και στα ελληνικά. Ποιήματά τους διάβασαν οι: Mikaël Hautchamp, Simone Molina, Δήμητρα Κωτούλα, Florent Papin, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Anne Penders, Μαρία Τοπάλη, Λίνος Ιωαννίδης, Μάριος Χατζηπροκοπίου, Noée Maire, Δανάη Σιώζιου, Sabine Peglion, Παυλίνα Μάρβιν, Jacques Robinet, Δημήτρης Χουλιαράκης, Ορφέας Απέργης, και Όλγα Παπακώστα.

Τα βίντεο του φεστιβάλ βρίσκονται εδώ: 


https://youtu.be/UZJrdfK5AoM 


+ 


https://youtu.be/qUrO-tZi2DE 


Όλα τα ποιήματα ακούστηκαν στο πρωτότυπο, αλλά μαζί και με μια-δυο μεταφράσεις (στην 'άλλη' γλώσσα) για κάθε ποιήτρια/τή - μεταφράσεις οι οποίες έγιναν κατά την διάρκεια αλληλομεταφραστικών εργαστηρίων μεταξύ των ποιητών, τα οποία προηγήθηκαν των αναγνώσεων.


Οι ελληνικές αποδόσεις των γαλλόγλωσσων ποιημάτων δημοσιεύθηκαν αργότερα στο τεύχος Οκτωβρίου 2018 του "The Books' Journal":




Μικαέλ Ωσάν

ΤΟ ΚΤΙΣΜΑ

Αφού αφαιρεθεί το ιπτάμενο τμήμα των καμπυλών και των αυχένων, θα μας απομένει πιο πολλή σκιά παρά ηχώ.
Μα δεν εξαφανίσθηκε το παν. Το κτίσμα, πλημμυρισμένο με πέτρες και κίνηση, παραμένει μια μορφή δανείου. Η πηγή μιας πτυχής που αλλαξοδρόμησε. Η σελίδα ενός αγώνα δρόμου. Σημείο που τυρβάζει και αναφωνεί. Αναχώρηση στο πέρας ετούτης της διασκέδασης.
Εδώ και εκεί. Εκεί και εδώ. Που αφέθηκε μονάχα. Αυτό που δεν είναι το τίποτε. Αυτό να κάνεις. Και τη μέρα το πλήθος, αυτό κάνει. Αφαιρεί και παραδίδει στην ακρίβεια. Με τον αστεϊσμό μιας πρόγευσης.
Αυτό εκεί το σημείο που θα ‘χει αρνηθεί το ρήγμα και την είσοδο.

– μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης

~

















Νοέ Μαιρ

[Έξι ποιήματα χωρίς τίτλο]

Κάτω από τον ουρανό της μεγάλης μνήμης
ένα άρωμα θάμνων
το πρόσωπό σου καλεί τα χέρια μου
αγγίζεις το μαλακό, εύθραυστο εσωτερικό
απορρίπτω το κενό
με χαμόγελο.

*

Δίπλα στο δέντρο, ένιωσα τον αέρα
πάνω στα βλέφαρά μου
άκουσα τον άνεμο να τρίβει το ξύλο
οι ρίζες του σχηματίζουν μια παράξενη κούνια
για τη γέννησή μου
για τον ύπνο μου από βρύα και νεκρά φύλλα
τα κλαδιά του υψώνονται στα σύννεφα,
ψηλά ώς εμένα.

*

Βούτα και εναπόθεσε στον πάτο, την μπλε
ελεκτρίκ ασχήμια, την εγγεγραμμένη βία
άσε τις κρύες σταγόνες να πέφτουν στο λαιμό σου
και μακάρι πάντα να κυλούν
πέτα το χοντρό, μελαγχολικό φίλτρο για το γκρίζο
και από μέσα φωτίσου
κουνήσου, ανακουφίσου, καθάρισε. Πήγαινε και ζήσε.

*

Επιλέγω την απουσία, το παράθυρο.
Μεριμνώ.
Γυαλίζω την αδυναμία μου, όταν
το παχύ γρασίδι, η σκληρή γη
φωτίζονται και αποτραβιούνται
Ξαπλώνω πάνω στο στομάχι μου
ώστε να μην αφήσω κανένα αποτύπωμα
ας αφήσω τα μάτια μου να περιπλανηθούν στους λόφους
στα πολύμορφα σύννεφα
ας γρατζουνίσουν οι ρίζες τις παλάμες μου

*

Στη σκιά των ριζών
το αντίο στη μέρα
ένας εσωτερικός κόμπος
ένα γαϊδουράγκαθο στην παλάμη μου
η σιωπή δεν ξέρει τίποτα για τη χαρά
ακόμα κι αν τα έντομα συγκρούονται και αγκαλιάζονται

*

Στο διάστημα πριν τον ύπνο
οι λέξεις αλλάζουν πλευρό
εξαφανίζονται και απελευθερώνονται από την απουσία
σου γράφω στο σκοτάδι
μακρυά από τον παλιό ουρανό
η αγάπη ξεκινάει και πάλι απόψε
πάνω και μέσα από τα παλιά ιερά απομεινάρια
και ο πόνος κουλουριάζεται στο κρεβάτι
οι λέξεις μου ταξιδεύουν αργά
μέχρι τις μακρινές χώρες όπου ανασαίνεις
βλέπουν τα πάντα τα βλέφαρά μου
να χαίρεσαι έχω πολλά να πω
η ορχιδέα άνθισε στο δάσος
το ίχνος όπου ο ωκεανός εμφανίζεται
η φωνή μου στο τέλος.

– μτφρ.: Δανάη Σιώζιου

~

















Σιμόν Μολινά

ΛΕΥΚΟ ΠΑΝΙ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΟΘΟΝΗΣ (Τρία ποιήματα)

ριγμένο κάτω απ’ τον ήλιο
σαν διαφάνεια μαργαριταρένιας πέρλας
ένα πλατύ λευκό πανί

αεράκι χαϊδεύει απαλά ένα ισχίο ελαφρά μαυρισμένο

από μια σκοτεινή σοφίτα
ένας ονειροπόλος φλαουτίστας
σπέρνει σε φρέσκο μονοπάτι
τις κρυσταλλιένες νότες του

*

ανοίγεις τα μάτια και δεν βλέπεις τίποτα
νιώθεις τη σκόνη την αναπνέεις
όχι
την εισπνέεις
έχει καταλάβει τα ρουθούνια το στόμα σου
εισδύει στους πνεύμονές σου
προσπαθείς να βήξεις
αποκρυπτογραφείς το αδιανόητο
χαλίκια συνθλίβουν το σώμα σου
το φυλακισμένο σώμα σου

κλείνεις τα μάτια και δεν βλέπεις τίποτα
αργότερα θα καταλάβεις
μια πλάκα μπετόν πάνω στα πόδια σου
αργότερα θα έχει εγγραφεί για πάντα πάνω σου
το ξέσχισμα στους μυώνες μια κοιλότητα για πάντα
όχι όχι για πάντα
μια κοιλότητα χαραγμένη πάνω στο σώμα σου μέχρι το θάνατο

αργότερα θα κατανοήσεις
ότι ο θάνατος μόνο θα σβήσει
το ίχνος που χαράχτηκε πάνω στα πόδια σου

ανοίγεις τα μάτια και δε βλέπεις τίποτα
νιώθεις το πρόσωπό σου αλωμένο
όχι-όχι το πρόσωπό σου τον όλεθρο
ακούς τη φωνή σου που δεν ακούει
που όμως καλεί
όχι δεν είναι η φωνή σου
είναι μια φωνή που καλεί
η φωνή σου έμεινε εκεί στο χείλος της καταστροφής
ακούς τις κραυγές, τις αντιλαμβάνεσαι
μαίνονται στην απελπισία τους
δεν τις αναγνωρίζεις
λες και δεν σε αναγνωρίζεις

οι φωνές εγκαταλείπονται
στο βάσανο τον τρόμο τους
και το αδιανόητο θα καταλάβει το χώρο εκεί που πια δεν θα ‘σαι εσύ
εκεί που δεν θα βρίσκεις πια ποτέ
τη μισο-ταραγμένη σου ανάπαυση
τη μισο-κλωνισμένη ελπίδα σου
κάθε ημίμετρό σου

θα πρέπει ν’ αποδεχτείς στο εξής
μια ζωή του
όλα ή τίποτα

κλείνεις τα μάτια και δεν βλέπεις τίποτα
αναμένεις να ξεσπάσει σάλος
ο σάλος που έχει εγκατασταθεί ακριβώς
στο κενό σμίλεψε η καταστροφή

σήμερα
εσύ δεν έχεις παρά ν’ ακούς τις φωνές των άλλων
προσπαθείς ν’ αναγνωρίσεις εσένα
όχι
προσπαθείς ν’ αναγνωρίσεις τη φωνή σου
τη φωνή που εγκατέλειψες θαμμένη
εκεί κάτω απ’ τη σκόνη και τα χαλίκια
κάτω από μια ατέλειωτη νύχτα
να τη μοιράζονται οι τρελλοί και οι ποιητές
όσοι ψάχνουν το σώμα μιας φωνής εύθραυστης
μελωδικής παιδικής που τραυλίζει
χτισμένης στα χείλη του λάκκου
ακριβώς τη στιγμή πριν την καταστροφή

φωνή όσων λαχταρούν το σώμα μιας φωνής
που ισορροπεί στο τεντωμένο σκοινί που ίπταται πάνω από τη ζωή
σ’ ένα νήμα λεπτό
ανάμεσα
στη στιγμή του πριν και του μετά

*

Ξηρά στον άνεμο της ερήμου
τα χείλια της αυγής

δίψα κάτω απ’ την πορτοκαλιά

το λευκό στο τραπεζομάντηλο
προ(σ)καλεί το κρεβάττι του ονείρου

κόπωση εκλιπαρεί για λήθη
τίποτε δε θα ‘ρθει ποτέ
να θεραπεύσει βελονιά τη βελονιά ό,τι ξεσχίστηκε

μοναξιά αγιάτρευτη
οδηγεί σε πράξεις σύγχυσης

κάτω εδώ παρόλα αυτά ξεσπούν γέλια
τα λαμπρά γέλια του ήλιου
πάνω ακριβώς στην απουσία

– μτφρ.: Δήμητρα Κωτούλα

~

















Φλοράν Παπέν

ΝΥΧΤΑ ΧΕΙΜΩΝΑ

Εν αρχή ην το φως
Εξίτηλον
Αλληλουχία χλωμή ζαλισμένης λευκότητος
Έγκαυμα ωστόσο
Που το αγγίζει το μάτι μόλις πρωτοβλέπει
Το γνώρισαν όλοι, όλοι το ξέχασαν
Μα αν το μάτι αγγίξει το παγωμένο φως
Έγκαυμα
Για να θυμάσαι καλύτερα

Τότε ήλθε η κίνηση
Σαν βλεφάρισμα πέτρας
Θόρυβος που τρυπά την γροθιά του κυλίσματος
Ρίγος επίσης
Που ανασείει την λευκή νότα
Όταν θυμάσαι πως είσαι
Όταν θυμάσαι πως ήσουν
Νύχτα χειμώνα σε ταξίδι άλλο
Μέσ’ από πεδιάδες μακρινές όπου κοπιάζει η πάχνη

*
 
Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΕΠΟΧΗ

Δες πού αρχινά η σιωπή
Και το απόμακρο, χωρίς καμπαναριά
Το χιόνι πλέκει εκεί από ασήμι επάλξεις
Δες πριν τις κατεδαφίσει η λευκότης
Βλαστημώντας το άπειρο

Εκείνος σκέφτεται ότι θά βρει εκεί λειχήνες – καμμιά φορά
Που τους πυρώνει η επαφή με τους κομμένους σύρριζα κορμούς
Και τα παρθένα βρύα
Καμμιά φορά

Τα ίχνη αυτά επιστρέφουν, μέσα στην κόπωση σωρών χιονιού
Βαριά από πατημασιές δίχως ορίζοντα

Ίσως να δοκιμάζεται έτσι η παρουσία

Θυμάσαι τις λαμπηδόνες του Αυγούστου
Που φτιάχναμε μες στις δίνες των βάλτων;

Φτάσαμε όμως πια στη λησμονιά
Φτάσαμε στην απόσταση
Αυτό εδώ είναι χιόνι, να θυμάσαι
Και θα το διακηρύσσουμε
Ώς την επόμενη εποχή

– μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης

*

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

I
Μπροστά στη νύχτα
Ό,τι επέζησε απ’ τον κίνδυνο
Σα να επιτρέπαμε στις σκιές
Που είχαν χάσει το θάρρος τους
Να αποσπάσουν την προσοχή μας

Γιατί συνέβαινε τα βήματα
Το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο
Να οδηγούν στην εξαφάνιση
Και η βροχή
Να διαλύει τις προοπτικές
Ώσπου να καταστεί σφοδρό
Το αίνιγμα του εδάφους

Στην τάξη των τάφρων
Ζητάω μπαστούνι

Μα ποιος θα μπορούσε να πει
Αν αυτή η μυρωδιά
Που δεν φεύγει από πάνω μας
Έρχεται απ’ την αυλακωμένη γη

Ζητάω καρδιά

Μπροστά στη νύχτα
Μια πρώτη διερώτηση

Υπήρξαμε ένα τμήμα αυτού του κόσμου
Και των συσχετισμών του
Υπήρξαμε ένα τμήμα αυτού του κόσμου
Και των τομών του

Αυτού του κόσμου και του απείρου

Υπήρξαμε ένα τμήμα αυτού του κόσμου
Απαράγραπτο

II

Κάτι έπαιρνε μορφή
Πλησιάζοντας το γκρίζο
Χωρίς να μοιάζει ούτε στη μέρα
Ούτε στη νύχτα
Μια γεωγραφία ευρεία και υπέρτατη
Ξένη προς την υπόνοια
Του περιγράμματος

Τα χέρια μας επανήλθαν στους όγκους
Τα μπράτσα μας
Τα μπράτσα μας τοξότες
Που μας έδειχναν τον δρόμο
Στο ημίφως

Λες και οι μορφές του εδώ
Λες και οι μορφές του εκεί

Συνέπειες ακατάληπτων αιτίων

Ήμασταν τμήμα του εκεί ασφαλώς
Του εκεί και των προοπτικών
Που παρουσιάζονταν
Μέσα σε τόσα αγκάθια

Και πόσο υπέροχα τα χαμηλά τα δάση
Απ’ όπου υπολογίζαμε τα βάθη

Σωστή στιγμή για να υπάρχει κάτι
Σωστή στιγμή για να έχει υπάρξει

Και από μας τους προφανείς
Τους ενδεχόμενους
Μόνο ένα ίχνος

Μπροστά στη νύχτα

Τις απουσίες της
Ό,τι επέζησε απ’ αυτήν
Τις απουσίες της

– μτφρ.: Όλγα Παπακώστα

~

















Σαμπίν Πελιόν

[Χωρίς τίτλο]

Τώρα που απαιτείς το μερίδιο του ανέμου
και των χελιδονιών
Κατάντικρυ στους βράχους
τα τσαλακωμένα κύματα ανασαίνουν
σκορπούν τις λέξεις μας

Η ξαφνική απουσία
του βλέμματός σου
χαράζει πολύ μακριά
Διαβατικά πουλιά τρυγόνια
τραγούδι σύγχυσης
Λέξεις από δω και πέρα περιττές
χαμένες στα φαιά φυλλώματα

Ανάμεσα στα κλαριά του πεύκου
σε βαθύ κυανό
σηκώνεται κόκκινο φεγγάρι

Αποδέχομαι τη σιωπή
αγναντεύω
αυτό που πάλι μάς διαφεύγει
στη ράχη των κυμάτων

η κατεύθυνση του φωτός
το μερίδιο του ανέμου

*

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

Στην άκρη του βλέμματος τα κύματα
εγγράφουν στο πεντάγραμμο
της μέρας τη μουσική των ωρών
Οι πέτρες της θάλασσας λειαίνουν το χρόνο
αντίστροφα σ’ αυτόν

Και το αλάτι ενώ στεγνώνει
σχεδιάζει στο δέρμα σου
ένα δίχτυ από αστέρια

*

ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ ΑΝΥΨΩΜΕΝΟ ΔΑΧΤΥΛΟ

Κυπαρίσσι ανυψωμένο δάχτυλο
αγκαλιασμένο από την νύχτα
καθορίζει τον γαλάζιο χώρο
όλων μας των επιθυμιών

Η ανεξάντλητη γλυκύτητα του καιρού
ρέει τους κυματισμούς της θάλασσας

τα νησιά πολλαπλασιάζουν τους ορίζοντες
γαλανοί λαβύρινθοι
στη διαφάνεια της ημέρας
που γέρνει

Συγκεντρωμένες κοντά στον τοίχο
με τις αποσφραγισμένες πέτρες
οι πορτοκαλιές μοιάζουν να βαστούν τη θάλασσα
φωτεινό κύπελλο
άγνωστης λατρευτικής ευχαριστίας

*ΜΕΛΑΝΕΣ

βηματισμός του πλήθους
τρεις Μοίρες είναι καθισμένες
Τα μάτια τους τώρα υφαίνουν
το πλέγμα ενός διχτυού
όπου αιωρείται το Καλοκαίρι

δίκτυο ρευστών σκιών
αφημένο στα χέρια τους
Ανασύρει και βυθίζει
τη βελόνα στο άρωμα των φυκιών
κι αυτές παραδίδουν την αλιευτική πλεκτάνη
θαμμένη στις αναμνήσεις τους

Τρίζει η σκουριασμένη πόρτα
της λησμονημένης οικίας
κι αυτές ερευνούν τη σιωπή
μυρωδιά ρητίνης

Η καρέκλα μπροστά από το τραπέζι
ήσυχα αποσύρεται

*

[Χωρίς τίτλο]

Λαμπάδες των εγκαταλειμμένων εικόνων
το λιωμένο κερί
κυπαρίσσια που αρχίζουν
ν’ ανεβαίνουν στον ουρανό
μια προσευχή

Κοντά στο πηγάδι
της ρίζας του λιόδεντρου
τακτοποιώ στα σκαλοπάτια
το ψωμί
το σταμνί με το λάδι
τη σφραγίδα μιας επιθυμίας

Σήμερα κατεβαίνω προς τη θάλασσα
κι ανεβάζω τα δίχτυα της μέρας

*

ΜΕΣΤΑ

Τραχύτητα της μέρας
οι συγκεντρωμένες αυτές πέτρες
χρώμα του καμένου χρόνου
που το περίγραμμα χάνουμε

Πλέγμα των ωρών
όπου ο άνεμος κυκλοφορεί
σε σκοτεινές μυθοπλασίες
αιώνιοι παρατηρητές

των συγκεντρωμένων γυναικών
στα πλευρά των πληγωμένων τοίχων
Παρεμβάλλονται κόκκινα σταφύλια
στη σοδειά από ντομάτες
για την παράταση του Καλοκαιριού

Η θάλασσα δεν είναι πια εδώ
μόνο ένα θρόισμα φτερών
το χωριό που κλείνεται
σ’ ένα λαβύρινθο στενών δρόμων

– μτφρ.: Λίνος Ιωαννίδης

*

[Χωρίς τίτλο]

Κατά το άνοιγμα της νύχτας
Βάζει τα λόγια της
Στο μετάξι του πινέλου
Διακινδυνεύει δίχως θόρυβο
Ανάμεσα σε αλλόκοτους καμβάδες
Εκεί το ένα χρώμα βρίσκει τα’ άλλο
Εκεί ανταμώνουν οι παραπόταμοι

Κατά το άνοιγμα της νύχτας
Αποτυπώνει τα υπολείμματα
Των ονείρων που διχάστηκαν
Των ελπίδων που έμειναν πίσω
Και μετά στο λεπτό ύφασμα
Επιστρέφουν οι επωδοί
Τα τραγούδια για τον ύπνο

Κατά το άνοιγμα της νύχτας
Ανατρέχει στα κλαδιά
Μιας βροχής κληματαριάς
Κρήνης των λέξεων
Φυλλωσιάς των παραλείψεων
Ροής του ήχου
Του υφαντού που αραιώνει

Καθώς η νύχτα σβήνει
Πίσω από εκείνη αναχωρεί
Ένα παραβάν από σπινθήρες
Που φωτίζει τον ουρανό

– μτφρ.: Παυλίνα Μάρβιν

~

















Ανν Πεντέρς

από το «ΚΑΛΑ»

«Η Ελλάδα είναι μπροστά μας.»
Κάθε μέρα να βλέπεις αυτό.
Γραμμένο στον τοίχο.
Από κάτω η μνήμη. «11 Σεπτεμβρίου. Αλιέντε.»
Θυμήσου / εσύ δεν ήσουνα γεννημένη.
Η Ελλάδα είναι μπροστά μας.
Στα δεξιά του τούνελ, καθώς έρχεσαι απ’ το πάρκο.
Concern.
I mean it.
Who’s concerned?
Τα αυτοκίνητα περνάνε κάτω απ’ τη γέφυρα. Κάθε μέρα.
All of us. I mean it.
Beyond and Under. In and Out.
Να χτίζεις.
The bridge. Βομβαρδισμένη.
Τουριστικό ερείπιο γιαπί. Δουλειές με φούντες.
Το πολιτικό / της αρχαιολογίας;
A journey. A deal.

[Όταν ο αγώνας γίνεται καθημερινός, κρατάς τη δύναμη
να πετιέσαι απάνω;]

Βόσκα, βόσκα, βόσκα όσο μπορείς!

Δεν έχω πια λέξεις καθαρά δικές μου.
Τις κλέβω. Όλα είναι λερωμένα. Ξαναλέω.
Τις κλέβω, τις αναμασάω, τις ξαναβγάζω.
Όλα είναι λερωμένα.

Ex nihilo. Does not exist.

*

Kalá. Lexikon.
Ψάχνω. Πίσω απ’ τη φωνή σου.
Διαβάζω. Άλλες κραυγές, άλλοι κραυγές, άλλες γραφές.
Το χέρι σηκωμένο.
[πετάς μια πέτρα μετράει και την απόσταση]
Το χέρι σηκωμένο. Τρέχετε, οι κάδοι φλέγονται, οι γάτες,
η φωτιά της χαράς, της οργής.
Τα λόγια τρέχουν, η αναπνοή ρηχή, ο δρόμος γυρίζει, ο τροχός,
οι γάτες, ηρεμία (α)διάφορη / είναι ουρανός της νύχτας.
Όλες οι γάτες είναι μαύρες.

What am I looking for?
Τα βότσαλα που πατάς;
__________________________________________κάτι από
τον κόσμο αυτό μάς κόβει τα φτερά.

Landscape. Perfect blue sky.
Something blurs. Perfect blue sky. Misty mind.
What is to be seen?

Ένα τοπίο. Μια πύκνωση.
Sorella. Χτυπημένη στην καρδιά.
Come se dice, sorella?
Kalimera fili mou. Αυτό μου λες. Kalimera.
Είσαι μπροστά μου. Η οργή σου είναι τραγούδι.

– μτφρ.: Ορφέας Απέργης

*

You should learn greek.
Speak.
As loud as you can.

Δεν μπορώ.
Να σωπάσω. Ν’ ακούω.
—————-έρχεται ένα πράγμα από κει κάτω
είμαι βέβαιη.
Η γη δεν περιέχει παρά απομεινάρια. Σφυρηλατεί.
Το πιο βαθύ απ’ τα κείμενα. Έναν χαρακτήρα.
Αυτό που λείπει εδώ.

[εδώ, η γη τίποτα δεν κρατά ανέπαφο, όλα εκεί σαπίζουν]
τί να μεταδώσουμε στις κατοπινές γενιές;

Γόνιμος χούμος, τόπος όπου χορταίνεις, ξενοστιμίζεις / αναγκαιότης φυγής.
————————————————————————————-
να ξεχωθείς, να ανασάνεις / αυτό που πρέπει.

Το εγκώμιο της στρουθοκαμήλου;

Ο κώλος στον αέρα.
Τόσο τέλειος στόχος
που δεν του επιτίθεται κανείς;

Δε συμφωνείς / “αυτό του εδώ το γκρι, η ανθεκτικότητά του, στην έρευνα ωθεί”, λες.
“Ψάξε το κι άλλο, είν’ εκεί” ————————————————
——στην καρδιά της ομίχλης, το φως το άλλο.
Μου λες (εσύ).
Ναι. Αναμφίβολα. Μα το να παραμένεις σε δολοφονεί. Λέω.

*

Ζούμε.

Μιαν εποχή ατιμώρητης καχυποψίας, αλαζονικής άγνοιας, σύγχυσης.
Μιαν εποχή βασάνων δίχως τέλος.
Ζουνε. Αυτό. Στον πληθυντικό.
Ενόσω / ζούμε. Άφωνοι. Πολλαπλάσιοι του ενός.
Δεν έχει τίποτα να δεις. Μια ακόμα ιστορία με στρουθοκαμήλους.

Where do you come from, my good friend?

Πάντοτε ήταν αναμφίβολα λιγότερα τ’ αστέρια απ’ τους βοσκούς.
Μονάχα να μπορούσε κάποιος να στοιχημάτιζε εντέλει στην εξυπνάδα του κοπαδιού!

Η ανθεκτικότης της στρουθοκαμήλου

Η μακροζωία, η δύναμή της!
το κεφάλι μες στην άμμο
-——αναγγέλλει τη θύελλα.
Did you know that?

————————είμαστε η θύελλα.
Καταφθάνουμε. Καταφθάνεις / και πάντοτε ξανάρχεσαι
(εσύ είσαι που το λες)

Εσείς θα καταφθάσετε εκεί;

Θα ξαναρθούμε. Από μακριά.
Έτσι το λένε / είναι μια έκφραση διαδεδομένη, καταλαβαίνετε;
Διαπίστωση απλή - μετά απ’ την / αποτυχία.

Όλα θα πάνε πιο καλά. Kala?

– μτφρ.: Μαρία Τοπάλη

~

















Ζακ Ρομπινέ

[Χωρίς τίτλο]

Πρόδωσα τη ζωή
σκάρωσα κάλπικες ακτές
άλλαξα ρότα στο άρωμα των λουλουδιών
στων πουλιών το κελάηδισμα;

Τώρα που στέρεψα από χάδια
ξέχασα κάθε υπόσχεση
πήρα των ποταμών
τις φευγαλέες λάμψεις

Σιωπηλός ταξιδιώτης
νυμφεύθηκα τον άνεμο
το θρόισμά του σαν πηγή
την οργή- τα καπρίτσια του

Αγάπησα τη βροχή
τις μάσκες της -πάγος ή πάχνη-
των φύλλων τη λύτρωση
που επιτέλους αναγγέλλει

Τι να πω για τα σύννεφα
ποτέ τους δεν φλυαρούν
φτερά μεθάν από φως
το βράδυ ξεστρατίζουν

Πρόδωσα τη ζωή
απ'το πολύ που ατένισα τον κόσμο
μακριά από την οχλοβοή και τις μανίες
των ανθρώπων τις ταραχές;

Αγάπησα αυτή τη γη
όπως αρνούμαστε την εξορία
ενός χαμένου παραδείσου

– μτφρ.: Μάριος Χατζηπροκοπίου

*

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ΕΧΕΙ ΣΤΕΡΕΨΕΙ

Φυλακισμένες μες στη λάσπη
οι φτερούγες ενός πουλιού
στη νύχτα δοσμένες επιπλέουν
- εκεί που ζούσε έγκλειστο το φως
τώρα η παλιανθρωπιά θεριεύει.

Πρέπει να διαπεράσουμε
τα δηλητηριασμένα στρώματα
να αποτινάξουμε τη σκουριά του χρόνου
να ξεφορτωθούμε τα νεκρά πούπουλα
να εισχωρήσουμε ακόμη πιο βαθιά.

Ή να περιμένουμε ωσότου έρθει στο φως
η προδοσία των κοιμισμένων υδάτων
και να σκαρφαλώσουμε στην ποταμιά
μέχρι να βρούμε τις πηγές της.

*

[Χωρίς τίτλο]

Η καταχνιά απλώνεται στους κάμπους
και καταπίνει τα χθαμαλά υψώματα.

Να ξέρεις πώς παρά ταύτα
το αόρατο υπάρχει
ότι η λαμπρότητα η καταλυμένη
σε λίγο θα λάμψει ξανά.
Είναι μια βεβαιότητα που ξεσκεπάζει
τα επιφαινόμενα.

Μέσα μου αυτός ο ρεμβασμός
λάμπει καταμεσής στην καταχνιά.

Μην εξηγείς τίποτα
-άφησε τα νερά να τρέχουν.

Σήκωσε τα μάτια:
με τον ήλιο που ανατέλλει
το φύλλωμα ελευθερώνεται
και λάμπει στον άνεμο.

Λησμόνησε
τους σπασμένους καθρέφτες
και τους ξέψυχους αστερισμούς.
Ανοιξε τα βουνά
στον χείμαρρο που κατρακυλάει.

*

[Χωρίς τίτλο]

Μια ευτυχία εύθραυστη σαν χορτάρι υγρό
ανάμεσα σε δυο πλάκες χιόνι.

Πώς να γλυτώσεις απ΄ τον άνεμο
τη φλόγα που αργοσβήνει.

Πρέπει να μπούμε ξανά
μες στο θεοσκότεινο δάσος τυφλοί.

Να βρούμε πάλι τις πηγές
έτσι που η δίψα να μη σβήσει.

– μτφρ.: Δημήτρης Χουλιαράκης


*

Mikaël Hautchamp. Ο Μικαέλ Ωσάν πέρασε τα πρώτα είκοσι χρόνια του στην Βρετάνη. Έχει εκδώσει τρία βιβλία: Pâle si la nuit (2002), Terre à monde (2007) και Formant série sans trace (2011). Υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. Σήμερα διευθύνει το Γαλλικό Ινστιτούτο της Ελλάδας.

Simone Molina. Η Σιμόν Μολινά ασκεί και διδάσκει τόσο την ποίηση όσο και την ψυχανάλυση. Ως ποιήτρια, έχει συνεργαστεί επίσης με μουσικούς και κινηματογραφιστές. Πρόσφατα βιβλία της: Archives Incandescentes∙ Une enfance dans la guerre∙ Voile blanche sur fond d’écran.

Δήμητρα Κωτούλα. Η Δήμητρα Κωτούλα εργάζεται ως αρχαιολόγος και ζει με την κόρη της στην Αθήνα. Η Επίμονη Αφήγησή της κυκλοφόρησε το 2017. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες και δημοσιευτεί στην Ευρώπη και την Αμερική.

Florent Papin. Ο Φλοράν Παπέν μεγάλωσε στην La Rochelle. Το πρώτο του βιλίο ποίησης, Pollens, κυκλοφόρησε το 2014, σε συνεργασία με τον χαράκτη Renaud Allirand. Συνιδρυτής της εξαμηνιαίας πολιτστικής επιθεώρησης Prussian Blue, έχει επίσης γράψει το σενάριο για το κόμιξ Lehman, la crise et moi (2013).

Παναγιώτης Ιωαννίδης. Τρία βιβλία ποίησης: Το σωσίβιο (2008), Ακάλυπτος (2013), Πολωνία (2016). Ποιήματά του μεταφρασμένα στα αγγλικά, πολωνικά, σουηδικά και τουρκικά έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και ανθολογίες. Μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «ΦΡΜΚ»∙ επιμελητής των ποιητικών αναγνώσεων «Με τα λόγια (γίνεται)».

Anne Penders. Η Ανν Πεντέρς –συγγραφέας, εικαστικός και ιστορικός της τέχνης– ζει, για την ώρα, στις Βρυξέλλες. Εργάζεται με το κείμενο, την εικόνα, και τον ήχο. Έχει δημοσιεύσει πάνω από 12 λογοτεχνικά έργα, πάνω από 10 ηχητικές δημιουργίες, και σκηνοθετήσει πολλές ταινίες μικρού μήκους.

Μαρία Τοπάλη. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη∙ ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Τρεις ποιητικές συλλογές, δύο έργα για μουσικό θέατρο, μια αλληλογραφία (με τον Κ. Ματσούκα). Μεταφράζει ποίηση, πεζογραφία και επιστημονικά κείμενα από τα γερμανικά προς τα ελληνικά. Γράφει κριτική συστηματικά για την "Ποιητική" (της οποίας είναι μέλος της Σ.Ε.) και για την "Καθημερινή της Κυριακής", και σποραδικά για διάφορα έντυπα.

Λίνος Ιωαννίδης. Γεννήθηκε στη Λευκωσία. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. Μεταφράστηκε στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά, στα ρωσικά, στα ισπανικά, στα γερμανικά και στα λιθουανικά. Έγραψε επίσης θέατρο, κείμενα για το έργο λογοτεχνών και μετέφρασε ποίηση.

Μάριος Χατζηπροκοπίου. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ποιήματά του έχουν εκδοθεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους, και μεταφραστεί στα αγγλικά και τα γαλλικά. Μεταφράζει από τα πορτογαλικά το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ. Tο πρώτο του βιβλίο ποίησης θα κυκλοφορήσει εντός του 2018.

Noée Maire. Η Νοέ Μαιρ ζει στην Vallee de l'Herault. Διδάσκει γαλλική λογοτεχνία. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά, συλλογικούς τόμους και στην συλλογή της, D'Ararat.

Δανάη Σιώζιου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καρλσρούη της Γερμανίας και στην Καρδίτσα. Σπούδασε αγγλική και ελληνική φιλολογία, πολιτιστική διαχείριση και ευρωπαϊκή Ιστορία. Υπήρξε συνεκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού "Τεφλόν". Ποιήματα, άρθρα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά και ανθολογίες, και μεταφραστεί στα αγγλικά και στα ισπανικά. H ποιητική συλλογή Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια (2016) είναι το πρώτο της βιβλίο.

Sabine Peglion. H Σαμπίν Πελιόν γεννήθηκε στο Μονακό και ζει στην περιοχή του Παρισιού. Οι σπουδές της στην λογοτεχνία (το διδακτορικό της αφορούσε το έργο του Φιλίππ Ζακκοττέ) της επέτρεψαν να συνδυάσει την γραφή, την ποίηση και την εκπαίδευση. Τον Δεκέμβριο 2016 έλαβε στο Μιλάνο το Διεθνές Βραβείο Ποίησης Léopold Sédar Senghor. Πιο πρόσφατη ποιηιτκή συλλογή της: Elle m’avait demandé.

Παυλίνα Μάρβιν. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπούδασε Ιστορία. Το πρώτο της βιβλίο, Ιστορίες απ' όλον τον κόσμο μου, κυκλοφόρησε το 2017.

Jacques Robinet. O Ζακ Ρομπινέ ζει στο Παρίσι όπου εργάζεται ως ψυχαναλυτής για πάνω από 45 χρόνια. Ήταν μέλος της Ecole Freudienne de Paris (που ίδρυσε ο Ζακ Λακάν) μέχρι την διάλυσή της. Τα δυο πιο πρόσφατα ποιητικά βιβλία του: Frontières de sable και Miroir d'ombres.

Δημήτρης Χουλιαράκης. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Έχει εκδόσει επτά ποιητικά βιβλία (πιο πρόσφατο: Ο Ακρόκηπος, 2017), για τα οποία έχει τιμηθεί από την Ακαδημία Αθηνών και από το περιοδικό «Διαβάζω». Μεταφράζει λογοτεχνία από τα αγγλικά, τα πολωνικά και τα τουρκικά.

Ορφέας Απέργης. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμιά του βρίσκονται μεταξύ άλλων στα περιοδικά «Ποίηση», «Ποιητική» και «Νέα Εστία» από το 2006 και εξής. Από το 2013 γράφει κυρίως για το λογοτεχνικό περιοδικό «ΦΡΜΚ». Συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, με τίτλο Υ, κυκλοφόρησε το 2011.

Όλγα Παπακώστα. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε κλασική φιλολογία. Το 2013 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή Όχι ακόμη Κάρμεν. Έχει μεταφράσει τις Τουσκουλανές Διατριβές του Κικέρωνα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.



20170417

απρ. 2017 _ εγγονόπουλος +


Στις 17 Απριλίου 2017, το "μτλγ" παρουσίασε την εδκήλωση " Εγγονόπουλος + ", αφιέρωμα στον Νίκο Εγγονόπουλο (1907-1985), με αφορμή τα 110 χρόνια από την γέννηση του σπουδαίου Έλληνα ποιητή. 

Το λογοτεχνικό έργο του Ε. (ποιήματα, αλλά και διαφόρων ειδών πεζά), συχνά νομίζουμε πως το γνωρίζουμε, αλλά πιθανώς να μας διαφεύγει η ποικιλομορφία του και οι πολλές, διαφορετικές χάρες (και χαρές) του. Η εκδήλωση αυτή, λοιπόν, ήταν μια αφορμή, σημερινοί ποιητές και ποιήτριες να εντοπίσουν σημεία συνομιλίας μαζί του και να το μοιραστούν με το κοινό.


Δέκα ποιήτριες και ποιητές –οι: Ορφέας Απέργης, Άννα Γρίβα, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Δήμητρα Κωτούλα, Αλέκος Λούντζης, Παυλίνα Μάρβιν, Όλγα Παπακώστα, Χρήστος Σιορίκης, Γιώργος Σπανός, Νάντη Χατζηγεωργίου– διάβασαν ένα ποίημά τους γραμμένο ειδικά για την εκδήλωση, ‘σε απόκριση’ προς το έργο του Εγγονόπουλου (όπως είχε συμβεί και στην εκδήλωση του Δεκεμβρίου 2015 για το έργο της Emily Dickinson), και μίλησαν για το πώς το εμπνεύστηκαν.

Κάποια από τα ποιήματα της εκδήλωσης δημοσιεύθηκαν αργότερα στο τεύχος Ιανουαρίου 2018 του "The Books' Journal":















Ορφέας Απέργης

ΛΩΤΟΦΑΪ

Το λωτό μού τον έμαθε η γυναίκα μου
είναι σαν ντοματούλα αλλά πιο ζουμερή
με σπόρια ακόμα αρκετά
άμα δεν δαγκώσεις πολύ δυνατά
και δεν πεταχτούν-
ε έξω
και σε λερώσουνε

Μου παραγγέλνει δυο λωτούς
ακριβούς
από τη λαϊκή της Πέμπτης
και πάω αργά
όταν έχουνε φτηνύνει

και τους αγοράζω
πολλές φορές αντί για ντομάτες
έτσι που μπερδεύονται χρωματικά
μες στο κοφίνι

αλλά καθόλου στη γεύση,
πιο γλυκός ο λωτός
που μου πουλάει ο Ινδός

κι ενώ πάω αργά στη λαϊκή
αργώ πολύ
καθώς μου λέει για το χέρι του που πονεί
καθώς μου λέει για το σαγόνι του που πονεί
καθώς μου βάζει στο χέρι τη φωτογραφία που πονεί

κι έπειτα σιωπή
φεύγω
περνάει το καθαριστικό του δήμου
με το πιεστικό που απολυμαίνει
μάνικες σπρώχνουνε τα φρούτα στα κράσπεδα του δρόμου

γυρίζω σπίτι
τις Πέμπτες
και βάζω, στοιβάζω
τα μαναβικά στο ψυγείο

δεν τα πλένω
τα πλένει η γυναίκα μου
και τα τακτοποιεί όπως μου τα παράγγειλε

ξεχάστηκα και δεν πήρα τους δυο λωτούς
κι ανάμεσα στα φρούτα
βρήκε τη φωτογραφία

είναι ο Γκανέσα
ο θεός της σοφίας
και προστάτης των επιστημονικών τεχνών
που αίρει τα εμπόδια σα φυλαχτό,
ο ελεφαντόμορφος θεός
κύριος των δυνάμεων,
gana και isha
θα πει αυτό,
κύριος των στοιχείων και των κατηγοριών
του κόσμου,
κι εδώ ανάμεσα στα φρούτα
κάθεται σε θρόνο από το άνθος του ιερού λωτού,
άλλος λωτός αυτός
ούτε το τζίτζυφο απ’ την Οδύσσεια
ούτε ο διόσπυρος βιργίνιος που μοιάζει με ντομάτα,
άλλος λωτός αυτός
που από τη λάσπη βγαίνοντας σα νούφαρο
ποτέ του δε λερώνει,
άλλος λωτός
που πάνω του έχει θρονιαστεί ο Ινδός θεός
και όλα τα θυμάται,
όπως οι ελέφαντες του Μόγλη
που μάθαινα μικρός
από τη δασκάλα μου
που της άρεσε ο Κίπλινγκ,

με ρώτησε τι είναι αυτή
η φωτογραφία
κι εγώ
που όντως μπερδεύτηκα
και δεν θυμόμουνα
της είπα γελώντας
μου την έδωσε η Λάκσμι,
είναι μια Ινδή που είχα γνωρίσει
στο κολλέγιο στην Αγγλία
και τη ζήλευε όταν ήμασταν όλοι νέοι
προπτυχιακοί

κι εκείνη τότε
σιωπηλά
σχεδόν απαλά
με ρυθμικούς υπόκωφους λυγμούς
άρχισε να κλαίει
(είναι από τα κρεμμύδια)

κι ένιωθα λίγο λίγο
το ασυγκράτητο έλασμα το καταχθόνιο της ζήλειας
που ακόμα πάλλεται
όταν θυμάται μετά από χρόνια και χρόνια
και δεν μπορεί να υπερνικήσει το εμπόδιο

παρά σαν υμένας και λεπτό πετάλιο
πέταλο
σιγοτρέμει
πράσινη στιβάδα της μνήμης
που φοβάται να πετάξει και κουρνιάζει
σαν σιγή ανάμεσα στα φύλλα

και σα λεπτή ζωή
από έναν παρθενώνα
που τα λοστάρια δεν κατάφεραν ποτέ να αποξέσουν
μέσα στους ψαλμούς,

λοστός ο γάμος κι ο γαμήλιος ψαλμός

λοστός ο γάμος
και λωτός
από μια φωτογραφία
κινδυνεύοντας
να μην ξεχάσει

σαν το Γκανέσα
που όλα τα θυμάται
(κι αυτόν όλον η Λάκσμι μού τον έμαθε)

που όλα τα θυμίζει
σα χοάνη
αρμέγοντας
όλο το φως των άστρων και του φεγγαριού,
τυραννικός θεός
θεός της μνήμης.

*

Άννα Γρίβα


ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΝΕΡΟ

Ένα λύκος ουρλιάζει πένθιμα στη γωνιά της σκάλας. Κι’ είμαι εγώ ο ίδιος, ή μάλλον είναι η καρδιά μου, που προσμένει χρόνια τώρα τον ερχομό του Σαρδανάπαλου, υπό μορφήν είτε φυσιγγίου δυναμίτιδος, είτε άνθους χαρίτων.

από το ποίημα «Παράδοσις» (Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, 1938)

Κάποτε με ρώτησαν ποιο ζώο αγαπώ.
Την αλεπού με τα μεγάλα αυτιά;
Τ’ αγριοκάτσικα που σκαρφαλώνουν
ανάποδα τα βράχια;
Τις λύκαινες; Τους κύκνους;
Ή μήπως ζώα μυθικά:
τέρατα Κενταύρους
θεούς που αλλάζουνε την όψη τους
και γίνονται ελάφια;

Μα εγώ δεν θα σας πω ποιο ζώο αγαπώ
γιατί έχω μέσα μου ολόκληρο το δάσος:
τα άγρια πουλιά που γίνονται άνθη
όταν ξαπλώνουν στα κλαδιά
τα φίδια που απλώνονται
κλωστές πολύχρωμες στο χώμα
τα έντομα τα σκουληκάκια
τα άγρια θηρία των γκρεμών
και κάπου βαθιά στο στήθος μου
ένα μικρό κορίτσι που ατίθασο χορεύει.

Κλείστε τα μάτια
κι ακούστε την καρδιά σας στο σκοτάδι
το τύμπανο που κρούει τον πιο τρελό χορό
και γύρω του ένα ποτάμι μυστικό
με σκοτεινό νερό
με αυτό την κούπα σας γεμίστε
με αυτό γλεντήστε:
συμποτικό τραγούδι η σιωπή
και πρόποση στο χάος.

*




Δήμητρα Κωτούλα

           
φάγαμε το μπαρούτι με τη χούφτα
στ’ άγρια βουνά και
τα λαγκάδια
της Βόρειας Ηπείρου
και φάγαμε
το ξερό ψωμάκι
αυτό π’ αρμόζει
στον καλλιτέχνη
στον ποιητή
μόνη παρηγοριά
τα λουλούδια:
είτανε τα γαρύφαλλα...
μα κάτι γαρύφαλλα!

Ν. Εγγονόπουλος, «Γαρύφαλλα», 4.3.1978


Τα ζηλεύω.

Ζηλεύω το αδιόρατο τρεμούλιασμα
στο χνουδάκι του μίσχου τους
τη στριφτή χαρωπή γλώσσα
του φύλλου που γέρνει
βαρύ στη δροσιά της άνοιξης.
Οι αποφάσεις τους παραμένουν
-εν πολλοίς- ανεξιχνίαστες
όπως αυτές της λευκής σελίδας
πάνω στο τραπέζι μου.
Παρατηρώ τη γύρη-
βάφει αργά με τους σχηματισμούς της
τις ιδέες μου και σχεδόν ντρέπομαι
γι’ αυτές τις συλλαβές που πέφτουν
διόλου ηρωικά
όπως δεν αρμόζει       
στον καλλιτέχνη
                                    στον ποιητή
σαν πηχτό μέλι στο εύτακτο ορθογώνιο πεδίο της.

Τίποτε εδώ δεν μυρίζει μπαρούτι.
Δε φυτρώνουν εδώ λουλούδια απ’ τα λαγκάδια
τ’ άγρια βουνά.


Τα ζηλεύω.

Ζηλεύω τη σοφή μανιασμένη αδημονία τους
να γίνουν τέλεια
-μικροί Θεοί- για μια στιγμή
κι ύστερα πάλι
τι-        πο-       τα.


*

Αλέκος Λούντζης


ΞΕΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Δεν είχαμε ως απόψε δει
νεράκι στο κατώφλι μας
Μα ξέραμε
πως κατά βάθος
δεν έχει πόρτα ο βυθός

Και πέρασε η νύχτα τις όχθες των σπιτιών
και χώρισαν οι όχθες
τον ύπνο των παιδιών
σε δικό τους
και σε δικό μας

και εστάθη ο ύπνος με μάτια ανοιχτά
Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;1

Γιατί ούτ’ εδώ
στις άνυδρες πλημμύρες
σ’ όσα μοιάζουν με πόλεμο ή μοιάζουν μεταξύ των
σε κουκλοθέατρο
παιχνίδια επί παιγνίων

δεν είναι για γραφή απ’ τη μεριά αυτή2
Ίσως ούτε από την άλλη

Ποια εποχή ιδανική να γράψεις ή να ζήσεις
για όσα λίγα δύναται κάθε μισός Μεσσίας;
Αυτή τη νύχτα τη μακρά
άλλοι νοστάλγησαν μια θύρα ασφαλείας
άλλοι σφιχτά δεθήκανε στο άλλο Του μισό

μάταια· όπως απεδείχθη
όλοι κάποιον άλλον ανέμεναν


1. βλ. «Στον Νίκο Ε... 1949», Παρενθέσεις (1949) του Μ. Αναγνωστάκη
2. βλ. «Ποίηση 1948», ΕΛΕΥΣΙΣ (1948) του Ν. Εγγονόπουλου

*


Παυλίνα Μάρβιν


ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΣΕΙΣ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ

Είναι πραγματικά κροκόδειλος, γέροντα ωκεανέ
και είμαι η σφίγγα του παραμυθιού

Αυτά τα δύο αστέρια
δεν είθισται να συνυπάρχουν

Μα μιας που ο ραβίνος είναι φίλος μου
τον παρακάλεσα για μια όσο το δυνατόν
πλατύτερη επικράτηση
των ακαθόριστων σχεδίων της αγάπης
που ορίζουν τη ζωή μας

Έτσι μεθυσμένη
πήγα να ζήσω στο ποτάμι
μα κάνοντας κι αυτός την ίδια σκέψη
πήρε το δρόμο του για την παγόδα-
γυρεύγει ακόμη να με συναντήσει

Καλά, του λέω, ευλογημένε
αφού δεν συμφωνήσαμε τον τόπο
κι αυτά τα χρώματα ημέρας, νύχτας και γιορτής την λάθος ώρα
μου κρύβουν την πορεία σου

Αν με ακούς, ορκίσου μου
κραδαίνοντας την κουδουνίστρα σου
πως δεν θα πεθάνεις ποτέ

[βασισμένο σε στίχους, φράσεις και λέξεις από την συλλογή Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, του Νίκου Εγγονόπουλου (Ίκαρος, 1992)]

*

Όλγα Παπακώστα

ΑΝΗΡ−ΓΥΝΗ 

I

Ω! Αν δεν με παρηγορούσε την καρδιά

Ποτέ δεν θα ΄παιρνα
Eκείνον τον νυχτερινό

Δρόμο προς την αγάπη

Με φόβιζαν
Τα μάτια των γατιών

Δεν μ’ άρεζε
Το μπλε του κοβαλτίου

Ήταν η μουσική της άρπας
Πιο πολύ

Τα σείστρα της φυγής
Η βιβλική κινύρα

Που έκαναν το μαρτύριο
Γλυκύ

Τις  χαρακιές στο μέτωπο
Διάδημα

II

Θύμα μυκητιάσεως
Σε τάφο θολωτό
Περιηγείται μόνη τις Μυκήνες.
Ο εκ Μυκόνου εραστής της
Είχε στήθος τριχωτό
Αλλά το πτέρωμά της
Του εφάνη ανεπαρκές.
Πέταξε με αεροπλάνο
Για το Μαρακές
Φευ!
Δίχως να αναλάβει
Τις ευθύνες.

III

Τώρα το ξέρω
Ότι ματαίως

Δένεται ο κόμπος
Πριν λυθεί

Ποίημα πολλών
Όχι ενός

Ακόμη κι όλων
Όσοι ξέμαθαν

Την ποίηση

Ο  κόσμος
Κούτσα-κούτσα

Θα σωθεί

*


Χρήστος Σιορίκης

ΜΕΛΕΤΩΝΤΑΣ ΓΙΑ 128η ΦΟΡΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Ευρισκόμαστε στην πεδιάδα
μεσημέρι
Στο σβέρκο του παιδιού
που το λένε Νίκο, Ανδρέα, Τζίμη ή Φεδερίκο
οι φύτρες είναι άτακτες
Αυτό
γίνεται αμέσως αντιληπτό από το σκύλο
ο οποίος
τραβάει το λουρί
ζητάει απόγευμα
καθώς επίσης
ζητάει να μάθει
τη ρίζα του αστεριού
Θραύσμα το αστέρι
ασυνάρτητος ο ουρανός
ίδιος με το σβέρκο του παιδιού
που το λένε Νίκο, Ανδρέα, Τζίμη ή Φεδερίκο

Μπερδεμένο δρόμο
– μα δρόμο –
δείχνουν οι φύτρες
ο σκύλος
δαγκώνει τον κουρέα
και βλέπει
το φως να πέφτει
την ώρα που
τα άμφια της οροσειράς νυχτώνουν υποσχέσεις
υποσχέσεις ζωής και χαράς και ζωής και χαράς*

*από το ποίημα του Ν.Ε. «Το έβδομο τραγούδι της αγάπης»

*

Γιώργος Σπανός

ΑΣΠΟΝΔΥΛΟ

κλαίει το άπαν των ονείρων μου
κάτω απ΄ το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά λυμένα
με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια
που κυματίζουνε αργά
ωσάν τις υποσχέσεις
που δε δοθήκανε ποτές
σε μακρινές άγνωστες πόλεις
και σ΄ άδεια
ερειπωμένα εργοτάξια
κι όσο
– μια μουσική παύση από καλά
συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο

απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου –
αλλάζει όλη η μουσική

*

Νάντη Χατζηγεωργίου

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΜΠΟΛΙΒΑΡ

Θαρρείς πως μόλις
είχε σκοτώσει το άλογό του
κι αντίστροφα απ' τη φορά του ήλιου
βάδιζε σκυφτό
το άγαλμα του Μπολίβαρ

πηδούσε περιμετρικά της γης
στέγη στέγη
ωραίες αρχιτεκτονικές
και κορυφογραμμές
ψάχνοντας
στην εγκάρσια τομή
μια σχισμή
για να ξεκουραστεί

όταν νύχτωσε για καλά
το χορτάρι μαζεύτηκε γύρω του
στεφάνι έφτιαξαν
τα μελισσάκια στην κορφή του

φτάνει τόσο -αναφωνεί
και φραπ
κάνει να σκεπαστεί
μ' ένα σεντόνι χώμα

~

Ορφέας Απέργης. Δημοσιεύει ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμια στα περιοδικά "Ποίηση", "Ποιητική", "Νέα Εστία" και "ΦΡΜΚ". Κυκλοφορεί η συλλογή του Υ (εκδ. Πατάκη, 2011).

Άννα Γρίβα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία και Επιστήμες της Λογοτεχνίας στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές, η τελευταία με τίτλο Σκοτεινή κλωστή δεμένη (2017). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά και ισπανικά σε περιοδικά και ανθολογίες σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Δήμητρα Κωτούλα. Εργάζεται ως αρχαιολόγος και ζει με την κόρη της στην Αθήνα. Η Επίμονη Αφήγηση –δεύτερο ποιητικό βιβλίο της– κυκλοφόρησε το 2017. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες και δημοσιευτεί στην Ευρώπη και την Αμερική.

Παυλίνα Μάρβιν.  Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1987. Μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπούδασε Ιστορία. Το πρώτο της βιβλίο, Ιστορίες απ' όλον τον κόσμο μου, κυκλοφόρησε το 2017.

Αλέκος Λούντζης. Σπούδασε νομικά, επικοινωνία και κοινωνική ανθρωπολογία, και εργάζεται στο Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Ενηλίκων. Το 2015 δημοσίευσε τη συλλογή Προπαγάνδα: κάποια γράμματα για κάποια πράγματα (βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή του «Αναγνώστη»). Αυτό τον καιρό γράφει το λιμπρέτο για την όπερα του Δημήτρη Μαραγκόπουλου με θέμα τον βίο και τα κείμενα του Στρατηγού Μακρυγιάννη, η οποία θα παρουσιαστεί στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Όλγα Παπακώστα. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε κλασική φιλολογία. Το 2013 κυκλοφόρησε η ποιητική της συλλογή Όχι ακόμη Κάρμεν. Έχει μεταφράσει τις Τουσκουλανές Διατριβές του Κικέρωνα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Χρήστος Σιορίκης. Διδάσκει ισπανική γλώσσα και λογοτεχνία. Γράφει ποιήματα και μεταφράζει ποίηση από τα ισπανικά. Επιμελήθηκε το αφιέρωμα για τον Ζαχαρία Παπαντωνίου στη «Νέα Εστία» (2016).

Γιώργος Σπανός. Γεννήθηκε στην Αμφιθέα Μεσσήνης. Σπούδασε οικονομικά και μουσική. Ζει στην Αθήνα και διδάσκει στη δημόσια εκπαίδευση. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Προσφυγή (2015).

Νάντη Χατζηγεωργίου.
 Μεγάλωσε στην Ερμούπολη της Σύρου. Σπούδασε φιλοσοφία και γερμανική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μελετά ανθρωπολογία, χορό και παραδοσιακή μουσική.