20120411

απρ. 2012 _ ο μήτσος αλεξανδρόπουλος μεταφράζει πούσκιν, μαντελστάμ και μαγιακόφσκι













Στον φλεγόμενο ουρανό
η ψυχή μου ανεμίζει
σαν κουρέλι από σύννεφο που σκίζει
ο σκουριασμένος σταυρός του καμπαναριού! [1]

Να ζήσω πρέπει κι ας έχω δυό φορές πεθάνει,
η γη με τα νερά της πάει να με τρελάνει,
τι όμορφη, τα μήλα χάρμα του προσώπου – κι ακόμα
πώς πάνω στο υνί φέτες πλαγιάζουνε στο χώμα
και πώς στο γύρισμα του Απρίλη η στέπα βρίσκει την πρώτη πρώτη
σιγαλιά της. Κι ο ουρανός, ο ουρανός, Μπουοναρόττι! [3]

Είπα: λησμόνησε η καρδιά,
εύκολα δεν την κάνεις πια να υποφέρει,
αυτό που υπήρξε μια φορά
πάει, εχάθηκε, επιστροφή δεν ξέρει!
Πάνε οι ενθουσιασμοί – κι οι λύπες πάνε από κοντά,
τα ευκολόπιστα κι ονειρεμένα... Μα να
πάλι, καρδιά, πώς σπαρταράς
στην παντοδυναμία μπροστά της ομορφιάς. [2]

.........................................................

Στις 19:00 (7:00 μ.μ.) ακριβώς, την Τετάρτη 25 Απριλίου 2012, στο "104" Κέντρο Λόγου και Τέχνης των Εκδόσεων Καστανιώτη (Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια, Αθήνα), εγκαινιάστηκε η σειρά των μηναίων ποιητικών εκδηλώσεων «Με τα λόγια (γίνεται)», «[1 x 2]»: δηλαδή, ξένη ποίηση, που ακούγεται στο πρωτότυπο και στην ελληνική μετάφραση.
Ήταν τιμή και χαρά για το «μτλγ», η σειρά «[1 x 2]» να ξεκινήσει τιμώντας το έργο του –πεζογράφου, δοκιμιογράφου και κριτικού– Μήτσου Αλεξανδρόπουλου (Αμαλιάδα, 1924 - Αθήνα, 2008) ως μεταφραστή της ρωσικής ποίησης. Διάβασε στα ρωσικά η ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Σόνια Ιλίνσκαγια-Αλεξανδροπούλου και στα ελληνικά ο ποιητής Ζήσης Δ. Αϊναλής.
Το πρόγραμμα της βραδιάς στηρίχθηκε σε τρία βιβλία από την πλούσια «ρωσική» παρακαταθήκη του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Τρία βιβλία – τρεις διαφορετικοί τρόποι συνομιλίας με τρεις ρώσους ποιητές. 

Το πρώτο, Ο Μαγιακόφσκι. Τα εύκολα και τα δύσκολα [1], ανήκει στη μεγάλη σειρά του Αλεξανδρόπουλου με βιογραφικές μυθιστορίες. Τα χρόνια, τα γεγονότα και οι στίχοι, δεμένοι σε μια ενιαία περιήγηση – από το ξεκίνημα του ποιητή μέχρι το τέλος. 

Ακούστηκαν τα ποιήματα:
1. Λίγα λόγια για μένα τον ίδιο
2. Η μπλούζα του λιμοκοντόρου
3. Ακούστε!
4. Σ’ εσάς
5. «Όπως σας βλέπω και με βλέπετε…», (Αδέρφια συγγραφείς
6. Δείχτε συμπάθεια στα άλογα
7. Περί σκουπιδιών
8. Μ’ όλη μου τη φωνή

Ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου δηλώνει μια διαφορετική προσέγγιση: Αλέξανδρος Πούσκιν. Άλλη, καλύτερη, ζητώ ελευθερία… Μεταφράζει και ιστορεί ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος [2]. Πρόκειται για συλλογή εικόνων – χαρακτηριστικές ποιητικές στιγμές, συνοδευόμενες από μερικά ιστορικά και ερμηνευτικά σχόλια-αφηγήματα.


Ακούστηκαν τα ποιήματα:
1. «Σπορέας της Ελευθερίας μόνος…» (1823)
2. Ο Δαίμονας (1823)
3. Στην Κ. (1825)
4. Συμβουλή (1825)
5. «Στων μεταλλείων της Σιβηρίας τα βάθη…» (1827)
7. Από τον Πιντεμόντε (1936)
9. Ο χάλκινος καβαλάρης - Μέρος πρώτο (1833) 

Στο τρίτο, το τελευταίο βιβλίο του Αλεξανδρόπουλου, Όσιπ Μαντελσταμ. Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι [3], το δοκίμιο και το μεταφραστικό έργο παρουσιάζονται σε ξέχωρα μέρη: «Διαδρομές και αναγνωρίσεις» και «Σιδερένιος κόσμος ξαναμαγεμένος. 46 ποιήματα». 

Ακούστηκαν τα ποιήματα:
1. «Άυπνη η νύχτα…»
2. Το σούρουπο της ελευθερίας
3. Κονσέρτο στο σταθμό
4. Ο Αιώνας μου
5. Λένινγκραντ
6. «Στην κουζίνα εμάς τους δυο…»
7. «Για το ένδοξο κλέος…»
8. «Φύλαγε παντοτινά το λόγο μου…»
9. «Είναι κάτι γυναίκες…»


[φωτ.: π.ι.]


[1] α΄ έκδοση, Ελληνικά Γράμματα, 2000 – η ανανεωμένη επανέκδοση, εκδ. Γκοβόστη, 2011.
[2] Ποταμός, 2004.
[3] Ελληνικά Γράμματα, 2008.

[τo facebook group: https://www.facebook.com/groups/346327462065881
η σελίδα στο facebook: https://www.facebook.com/me.ta.logia.ginetai
φωτ.: π.ι., ii.2012]

20120320

μάρ. 2012 _ στις 20 για τις 21

















Στο "104", Κέντρο Λόγου και Τέχνης των Εκδόσεων Καστανιώτη, Θεμιστοκλέους 104 (Εξάρχεια), Αθήνα, στις 18:00 (6:00 μ.μ.), την Τρίτη 20 Μαρτίου 2012, παραμονή της Παγκόσμιας Ημέρας τής Ποίησης και, βεβαίως, ανήμερα της εαρινής ισημερίας, στα πλαίσια των μηναίων ποιητικών εκδηλώσεων «Με τα λόγια (γίνεται)», οι


Μαίρη Γιόση, Γιάννης Δάλλας, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παναγιώτης Ιωαννίδης, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Γιάννα Μπούκοβα, Ευτυχία Παναγιώτου, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Γιάννης Πατίλης, Αλεξάνδρα Πλαστήρα, Σταμάτης Πολενάκης, Μόμα Ράντιτς, και Γεωργία Τριανταφυλλίδου

διάβασαν ποιήματα των

Ελένης Βακαλό, Επαμεινώνδα Χ. Γονατά, Νίκου Εγγονόπουλου, Ανέστη Ευαγγέλου, Κώστα Καρυωτάκη, Νίκης-Ρεβέκκας Παπαγεωργίου, Δημήτρη Παπαδίτσα, Μήτσου Παπανικολάου, Τάκη Παπατσώνη, Τάκη Παυλοστάθη, Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, Αλέξη Τραϊανού, και Άνθου Φιλητά.


Καθώς ανασταίνόταν η φύση, υποδεχθήκαμε την Άνοιξη, ξαναζωντανεύοντας τα λόγια τεθνεώτων Ελλήνων ποιητών και ποιητριών. Ενώ το χώμα ετοιμαζόταν να ξαναθυμηθεί ό,τι κοιμόταν εντός του, εμείς ξανακούσαμε, με την ζώσα φωνή σημερινών ποιητριών και ποιητών, λέξεις ίσως λησμονημένες.

Συγκεκριμένα:


Η Ευτυχία Παναγιώτου διάβασε Ελένη Βακαλό:


Το μάτι του πατέρα μου

Ο πατέρας μου είχε ένα γυάλινο μάτι.
Τις Κυριακές που καθότανε σπίτι έβγαζε από την τσέπη του
κι άλλα μάτια, τα γυάλιζε με την άκρη του μανικιού του
και φώ-
ναζε τη μητέρα μου να διαλέξει. Η μητέρα μου γελούσε.
Τα πρωινά ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος. Έπαιζε το μάτι
στη φούχτα του πριν το φορέση και έλεγε πως είναι ένα καλό μάτι.
Όμως εγώ δεν ήθελα να τον πιστέψω.
Έρριχνα ένα σκούρο σάλι στους ώμους μου
τάχα πως κρυώ-
νω κι ήταν για να παραμονέψω. Στο τέλος τον είδα μια μέρα να
κλαίει. Δεν είχε καμιά διαφορά από ένα αληθινό μάτι.
Αυτό το ποίημα δεν είναι για να το διαβάσουν
όσοι δεν μ’ αγαπούνε ακόμη
κι από κείνους που δεν θα με ξέρουν
αν δεν πιστεύουνε πως υπήρξα
σαν και κείνους.
Ύστερα από την ιστορία με τον πατέρα μου,
υποψιαζόμουνα και όσους είχαν αληθινά μάτια.


Η εξομολόγησή μου για πρώτη φορά

Ας γραφεί με το αληθινό όνομά της
Ε ξ ο μ ο λ ό γ η σ η
Και όχι καθόλου προσπάθεια ποιητική
Αφού έτσι πρέπει
Να πονέσω
Ακόμα πιο πολύ
Γι’ αυτό

Μπορούσα να αμύνομαι
Τώρα το λέω μοναξιά

Σχετικά προσθέτω στις αναμνήσεις μου πως είχα κάποτε ένα σκυλί.
Σκεφτόμουνα πως δε θα ήτανε τίποτα πιο ωραίο απ’ το να είσαι σκυλί.
Έτσι όπως τα χτυπάς και υποτάζονται.
Είναι αρκετός καιρός.

Κι όσο γι’ αυτά που σας άφησα
Σήμερα
Να υπονοηθούν
Δεν είναι από αγάπη
Το θέλησα
Γιατί στο δάσος βουλιάζει κανείς
Μόνο για να μπορέσω
Από κάπου να βγω

(Στιγμή μεγάλης αναπνοής)

Αυτό το ποίημα
Είναι η τελευταία μου επαναστατική πράξη
Πριν υποκύψω
Στων αλλοφύλων τις συμβουλές


[Τα φυτά έχουν...]

Τα φυτά έχουν άλλη απ’των ανθρώπων την αγωγή
Ότι δεν κινούνται δεν είναι μοναδικό
Ούτε πως δεν αυτοκτονούν
Τα φυτά είναι μονίμως επαναστατικά
Σκεφτείτε πως την ώρα του φεγγαριού αυξάνουνε τα φυτά



- καθώς επίσης και τα ποιήματα:

Η μικρή θεατρίνα στο σινικό τείχος
Αχ, πώς τον γνωρίζω τον υψηλό μου αφέντη
Η ασπροντυμένη

- από το βιβλίο Το άλλο του πράγματος – Ποίηση 1954-1994, Νεφέλη, 1995.

Η Γιάννα Μπούκοβα διάβασε Επαμεινώνδα Χ. Γονατά:
«Θα μας διώξουν»
στο Μίλτο Σαχτούρη

Δεν ξέρω πώς βρέθηκα σ' αυτό το άθλιο θαλασσοχώρι. Δεν ξέρω αν πρέπει να φύγω ή να μείνω. Δε θυμάμαι πότε ήρθα κι από που. Ίσως να ’χω περάσει ολόκληρη ζωή εδώ. Ένα μικρό παιδί κουρελιάρικο μου γνέφει απ’ το φεγγί­τη να σταματήσω. «Τι να σταματήσω;», του λέω, σηκώνοντας το κεφάλι τόσο ψηλά πού παρά λίγο να κυλήσει στην πλάτη μου. Κάθουμαι πάνω σ’ ένα αμόνι και τα πόδια μου κρέμονται κίτρινα κι αδύνατα ως το πάτωμα· δε θέλω να τα βλέπω γιατί άμα τα βλέπω με πιάνει τρεμούλα ότι έγινα πρόβατο. Γύρω μου παντού γυαλίζουν κομμάτια ντενεκέδες, σβησμένα κάρβουνα και τρίμματα τρίμ­ματα ψιλά σίδερο. Το παιδί μου δείχνει το μικρό μουσικό όργανο πού έχω στα γόνατα μου και το χαϊδεύω. Για φαντά­σου, δεν το πρόσεξα! Είναι κατακίτρινο και μακρουλό σαν πεπόνι· το ’χω φτιά­ξει ο ίδιος με τα χέρια μου.
«Μην παίζεις», μου ψιθυρίζει σιγά κι απ’ τα μάτια του στάζουν βροχή τα δάκρυα πάνω στα κάρβουνα. «Ακού­γεσαι δίπλα στο μαγαζί. Δεν καταλαβαί­νεις πώς θα μας διώξουν;»


- από το βιβλίο Οι αγελάδες, Κείμενα, 1980.



Ο Μόμα Ράντιτς διάβασε δύο ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου:

Οι φωνές

και

Syllabaire II

les mots âcres
et subtils
sertis
en les réminiscences abstraites
des îles
partages en mon
cœur
(qu’ils simulent)
les roses roses de ma vie
des roses roses
de ma mort

Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου διάβασε ποιήματα του Ανέστη Ευαγγέλου

Η Αλεξάνδρα Πλαστήρα διάβασε μια σύνθεση από ποιήματα και στίχους του Κώστα Καρυωτάκη

Ο Παναγιώτης Ιωαννίδης διάβασε τα εξής ποιήματα της Νίκης-Ρεβέκκας Παπαγεωργίου:

Οι απαντήσεις
Αίγινα
Οι επισκέψεις
Το κρυφτό
Ο ελέφαντας και το γατί
Η φακή
Εύνοια
Έκθεση

- από το βιβλίο Του λιναριού τα πάθη ~ Ο μέγας μυρμηκοφάγος, Άγρα, 1993.


Ο Γιάννης Δάλλας διάβασε ποιήματα από τρεις ‘στιγμές’ του Δημήτρη Παπαδίτσα:

α) Από την ‘υπερρεαλιστική’ του περίοδο, και τα βιβλία Εντός παρενθέσεως Β’ και Περιπέτεια:

«Άφεσις αμαρτιών»
«Έξοδος»

β) Από την ‘μυστικιστική’ του περίοδο, υπό την σκιά του Κάλβου, αποσπάσματα από το Εν Πάτμω

γ) Και, στο κλίμα των Ορφικών, από το βιβλίο Διάρκεια:

«Αίσθηση στη Βραυρώνα»

Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου διάβασε τα ποιήματα του Μήτσου Παπανικολάου:

Ύπνος
Sonnet (σε μετάφραση)
Αθανασία
Νοσταλγία
Ύδρα
Παραίσθηση
Τοπίο

Η Κατερίνα Ηλιοπούλου διάβασε δύο ποιήματα του Τάκη Παπατσώνη:

Beata Beatrix

Είδα τη Βεατρίκη μου στο δρόμο, κι’ ευθύς ο δρόμος έγινε δρόμος ονείρου.
Αντιπαρήλθα πλάι της σα διαβάτης, και όλη η ψυχή μου άνθισε ως σε άνοιξη.
Χαθήκαμε κι’ οι δυο στην κίνηση της πόλης, αλλά πλουτίσαν οι ανάμνησές μας
με την εικόνα του άλλου ζωντανή, και συντροφιά τα δυο του μάτια φωτοβόλα.
Στο πλάι μου, Φύλακες Αγγέλοι, αιωρούμενα τα βλέμματα της αγάπης.
Άστρα εξαιρετικά στ’ ολόμαυρο Στερέωμα του γύρω μου κενού, έρημου χώρου.
Μας εδάμασε και τους δυο το μυστήριο που καλύπτει την ψυχή του πλησίον.
Μας έφερε αντιμέτωπους, στο χάος του εγκόσμιου βίου, πρόσωπο προς πρόσωπο.
Η κοινότατη γένηκε με μιας ζωή, για μας, θαύμα ονείρου.
Και τέφρα πολλή συγκάλυψε την πριν ανόητη φωτοχυσία.
Με μεγαλοπρέπειαν ανάτειλε για μας ο φλογερός ο Ήλιος των Μεσονυχτίων,
που συγκρατεί στην αγκαλιά του όλα τα πλήθη των Αστερισμών του Στερεώματος,
και ουδέποτε αναζήτησε τον όλεθρό τους στη γαλανή εξαφάνιση.
Μας εσυγκάλυψαν με μιας τα πυκνά νυχτερινά σύννεφα.
Επερπατήσαμε νυχτερινά σε δασώδη βουνά, σε συννεφιές μουντές, σαν θεοί·
χανόνταν οι συνομιλίες μας σε αιώνιες εκτάσεις,
κινούσαμε το ενδιαφέρον όλης της πλάσης, αγαπημένοι καθώς διαβαίναμε.
Σκοπός κανένας ή επιθυμία δε μας οδηγούσε σ’ αυτούς τους περιπάτους.
Ήταν η ξενοιασιά κι’ η αμεριμνησία των σκοτεινών κόσμων.
Η ευτυχία του μυστηρίου, που κρατώντας μας απ’ το χέρι, μας οδηγούσε.
Δεν μας ετάρασσε η συνάντηση των ρυακιών, των πουλιών τα πετάγματα,
ούτε το φύσημα των ανέμων, ούτε ο θόλος της υγρασίας.
Όλα ήταν γοητεία, τα δώρα ουράνια, και ανάπαυση πάρα πολλή.
Αλλά ήρθε ο Χρόνος να σημάνει, ο γήινος, με τους μεταλλικούς τούς ήχους,
που, αυτοί, περνούνε αλάθητα, σα σφαίρες, τα διαστήματα
και φθάνουν ώς εμάς. Ήρθαν τα ρόδινα σύννεφα της Αυγής.
Ήρθεν ο Ήλιος. Να βγαίνει από τη θάλασσα και να φωτίζει.
Ήρθεν η Μέρα. Και η σφραγίδα των πλανήσεών μας.
Και οι δρόμοι να πληθαίνουνε από κίνηση, περίσκεψη πολλή, ασχολίες εγκόσμιες.
Μόνος προς την Ανάμνηση ανυψώνω τώρα τα χέρια ικετευτικά,
να μου χαρίζει κάποτε με όλη τη δύναμη τις στιγμές των ονείρων,
τώρα, που εφυγαδεύθηκαν, ίσως για πάντα, οι τέτοιες απέραντες νύχτες.


και

Πρώτες χλόες την άνοιξη


Ο Γιάννης Πατίλης διάβασε τα ποιήματα του Τάκη Παυλοστάθη:

Φωνή μυρίων (Ελλήνων)
Πορτοκάλι
Ο άλλος
Το σπίτι
Πρακτορείο ημερήσιου και περιοδικού τύπου σε μικρή πόλη
Θανάσης με δύο χέρια
‘Ενα σπίτι έχει πολλές ανάγκες
[Έλα να πάμε απ’ το κακό στο χειρότερο]

- από την συγκεντρωτική έκδοση, Ποιήματα και Πεζά 1964-1999, επιμ. Δημήτρη Αρμάου, εκδ. Νεφέλη, 2006.


Ο Ιορδάνης Παπαδόπουλος διάβασε Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη:

Μικρό Αρχείο-Φωλίτσα Έρωτος Άννας και Αντώνη του ΝΓΠ
Που γεννήθηκε στα 1908 και πέθανε το 1993. 14 χρονών έγραψε μια παγκόσμια γεωγραφία. Εν συνεχεία άρχισε να γράφει εκφραζόμενος προσωπικά πάνω στο σχήμα «Η Λαφίνα» και «Του Κίτσου η μάνα». Από το 1967 εργάζεται πάνω στο συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Από τότε ό,τι κι αν επιχειρεί να γράψει, βασίζεται στην αριθμητική και ψηφαριθμητική επεξεργασία του συναξαριστή της ημέρας.
ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ~ αυτός που γράφει για τις ζωές άλλων, κατάλοιπα πραγματικά επιδεχόμενα αναρίθμητων επεξεργασιών ίσαμε που διάσπαρτα να φωτίσουν την απέραντη έκταση όπου (συν Θεώ) αναπαύονται τα περασμένα.
«Όλα τα λέω ποίηση και πια δεν νευριάζω»

Ερμάριο 9
Φακ. 8 - Εράνισμα εκ της Βιολογίας για τα νυκτολαμπή πλαγκτόν. Οι ψαράδες τα ονομάζουν με λέξη άπειρα ερωτική: διακαμό.
Αφήγηση περί ενός κοριτσιού που λεγόταν Άννα. Μια μέρα περνώντας από την οδό Αντωνίου Νίνη κατάλαβε ότι αγαπούσε απερίγραπτα πολύ έναν υπάλληλο στο Δημόσιο που λεγόταν Αντώνης. Έδεσε λοιπόν τα χέρια της κατά τον τρόπο που σμίγουν τις παλάμες οι επιχειρούντες πορεία πάνω σε αναμμένη φωτιά, θέλοντας να χτίσει γέφυρα που θα την αντάμωνε με τον ανυποψίαστο άντρα που βρισκόταν μακριά. Η αφήγηση περατούται με την παράθεση της γνώμης πολλών που συνέπεσε να την προσέξουν ότι έμοιαζε με στυμμένη λεμονόκουπα.
Φακ. 7 - Αφήγηση για έναν που αγαπά και θέλει ν’ ανακαλύψει τον εαυτό του.
Διήγηση για μια κόρη που ακούει και σκύβει να δει πού υπάρχει φως. Τη βλέπει ένας άγουρος και τη γεμίζει φιλιά. Το πηγούνι της λυχνάρι φαρφουρί διώχνει από την καρδιά του κάθε φόβο. Σκηνοθεσία αφθόνου χιονιού που σκεπάζει τα πάντα, όπως ένα άσπρο μαντήλι καλύπτει το πρόσωπο νεκρού.
Αφήγηση που αναφέρει ότι το άναμμα του αισθήματος, του το προκάλεσε με την επιμονή της η Αλεπού, χαρίζοντάς του ένα γλαστράκι με θαυμάσια κυκλάμινα και τα έτι θαυμασιότερα χείλη της για ένα φιλί. Ο καημένος εξακολουθεί να απορεί γιατί εκείνο το φιλί δεν είχε δεύτερο και του πονάει ολόκληρο το σώμα βυθισμένο στη φτώχεια, που τον μειώνει σε σημείο να καμαρώνει όσους πιάνουν το τουφέκι και γίνονται επαναστάτες, να χαλάσουν αυτό τον ψεύτικο κόσμο για έναν άλλον καλύτερο, όπου δίχως βέβαια να το λέει πιστεύει με όλη του τη δύναμη πως θα έχει όσα φιλιά θέλεις.
Φακ. 9 - Ποίημα όπου μια κοπέλα ονόματι Άννα παραβάλλεται με κάμαρη γεμάτη ωδικά πτηνά
Απόσπασμα σχετικό με την Αρχαία Τέχνη: «Δια της μνήμης γαλουχούνται τα αγάλματα, ίσαμε που γίνονται ιδέες»
Φακ. 10 - Ερωτική επιστολή όπου κάποια Άννα εξομολογείται σε κάποιον Αντώνη ότι απ’ αυτόν εδιδάχθη την ανταπόκριση των λέξεων με τα πράγματα.
Φακ. 12 - Τραγική είδηση εφημερίδος για την αποκοπή και πτώση μιας γέφυρας. Τα θύματα πολλά. Σχόλιο πάνω στην περίπτωση του λεγομένου Αντώνη, που κατόρθωσε να διαβεί αντίπερα παρά τα ανακατωμένα νερά του ορμητικού ποταμού. Αναφέρεται συν τοις άλλοις ότι τον έσωσε δεινή κολυμβήτρια, μια κοπέλα ονόματι Άννα, χωρίς η εκδοχή αυτή να γίνεται γενικότερα πιστευτή. Κατά την επίσημο άποψη ομάδος ιατρών, η υπερβαίνουσα τα συνήθη μέτρα αντοχή του διαβάντος εν ζωή απέναντι, οφείλεται σε ιδιάζοντα ψυχισμό που είναι δυνατόν να κάμει το σώμα του ανθρώπου ανθεκτικότερο από τις πέτρες και ταυτόχρονα τόσο ανάλαφρο, ώστε να μπορείς να υποθέσεις ότι κατέβηκαν πλήθος περιστέρια από τον ουρανό και τον ανασήκωσαν.
Φακ. 13 - Επιστολή του Αντώνη που αναφέρει ότι αντάμωσε την Άννα, παρ’ όλο που εκείνη βρισκόταν την ίδια ώρα πολύ μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Εν συνεχεία αναφέρεται ότι πάρα πολύ θα τον ενδιέφερε να μπορούσε να πρόφερνε ένα άλφα σαν ωμέγα.
Ερμάριο 8
Φακ.1 - Ιατρική διατριβή περί του υποθαλάμου, χώρου συναντήσεων υπό τη φαιά ουσία της λογικής των παρελθόντων με τα μέλλοντα.
Διήγηση αναφερόμενη σε νεαρά δακτυλογράφο που χτυπώντας τα πλήκτρα της γραφομηχανής σε ώρες ανίας κατόρθωσε να σχεδιάσει ένα σπίτι όπως θα το θελε προκειμένου να ζήσει με τον αγαπημένο της για πάντα.
Φακ.2 - Περιγραφή απογευματινού ύπνου ξαπλωμένης κόρης, σε πολυθρόνα ανοιχτή. Αναφέρεται σαν επιτυχής συνδυασμός λουλουδιών και φτερών προς άγαλμα. Σαν διφυής αριθμός που μ’ εμπιστοσύνη εγκαταλείπει πάσα βιοτική μέριμνα στον άνεμο. Θαυμασία εικών του φωτός στο παρόν. Κίνηση εισόδου συνεχιζόμενη αδιάπτωτα.
Ερμάριο 9
Φακ. 1 - Ιατρική γνωμάτευση όπου η αναφυλακτική από του δέρματος εκδήλωση αποδίδεται στο ούρο που έβρεξε τις παλάμες της και όχι στο γεγονός ότι μετρούσε τ’ άστρα
Ερμάριο 8
Φακ. 4 - Ποίημα ερωτικό αναφερόμενο σε νεαρά κόρη που παρομοιάζει τις φάλαγγες όλων των δακτύλων της με εκστρατευτικά σώματα ικανά να κατακτήσουν τον κόσμο άπαντα.  
Σειρά δίσκων παθιασμένης λαϊκής μουσικής όπου κυριαρχούν οι λέξεις «φιλί, φίλησέ με, φίλα με».
Σημείωμα όπου αναφέρονται ευάριθμοι νεαροί να συμμετέχουν σε γλέντι αντικαθιστώντας τη βροχή με σαμπάνια Gordon Blue περιλούζουν την κοπέλα που ξεστηθώθηκε και ζητούσε να της φέρουν να θηλάσει ένα ψάρι του βυθού το οποίο τρανεύοντας θα χορτάσει όλο τον κόσμο. Και δεν θα βρεθεί άνθρωπος να πει ότι η ζωή δεν είναι ωραία. Μέγα καλό και πρώτο.
Φακ. 5 - Είδηση περί κεραυνωθέντος στον λεγόμενο κήπο του Προβατά. Το περιστατικό ευφυώς αναφέρεται ως γάμος με τη Αστραπή.
Φακ. 6 - Διήγηση για δυο ερωτευμένους μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο. Οδηγεί η κοπέλα μεταθέτοντας το μοχλό. Πρώτη, Δευτέρα. Νεκρά. Τρίτη, Τετάρτη. Όπισθεν. Φεύγει εγκαταλείποντας τα παλάτια των Ατρειδών και τ’ ανθρωποφάγα δείπνα. Δεν βάνει με το νου της τον Άδη γιατί κι αν φτάσει εκεί κάποτε, θα χαρίσει αντάλλαγμα της λευτεριάς το παρελθόν της γέλιο.
Η μαργαρίτα που κρατάει η μικρή Άννα είναι το μόνο ερώτημα κι η μόνη απάντηση για όλο το σύμπαν.
Φακ.7 -  «Σα ν’ αργάει πολύ ο χρυσός μου» σκέφτεται. Εφτά ονόματα. Εφτά σκαλιά. Εφτά μέρες. Μια εβδομάδα. Κι αν είναι να κάνει μήνες; Τι θα γίνει; Στα 7 χρόνια λένε αλλάζει όλο το σώμα κι εγώ δεν τον φίλησα ακόμα, ούτε σ’ ένα σημείο αυτουνού που είναι τώρα».
Ερμάριο 4
Φακ. 2 - Δημοσίευμα εφημερίδος αναφερόμενο στη συνήθεια που είχε κάποτε επικρατήσει να φοράν οι εραστές δαχτυλίδια καμωμένα από τα μεταλλικά κουρέλια των πεσμένων και κατεστραμμένων αεροπλάνων.
Επιστολή όπου περιλαμβάνονται όσα είπε η Άννα εξαφορμής του χαμού του Αντώνη. «Κανένας ποτέ δεν χάνεται, οι πάντες κάπου υπάρχουν».
Ερμάριο 6
Φακ.5 - Αφήγημα αναφερόμενο σε φοιτητή που είχε τοποθετήσει σε περίοπτη θέση μέσα στο δωμάτιό του τον εσωτερικό πάτο ενός παπουτσιού της κοπέλας που αγάπησε, όταν εκείνη έφυγε.
Ερμάριο 3
Φακ. 2 - Σημείωμα αναφερόμενο στην αριθμητική ταύτιση του κύριου ονόματος της με την αγάπη. Αγάπη=1 και Άννα=1. Κατόπιν ξέροντας ότι οι δυο αυτές λέξεις, το ίδιο και παρόμοια, ισούνται ποιοτικά με το 10, γάμο της αγάπης με το τίποτα, κατάλαβε ότι είχε μπροστά της τον άνθρωπο ολόκληρής της της ζωής.
Φακ.7 - Αφήγηση περιστατικού όπου αναφέρεται ότι μετά από 3 ώρες σκληρών διαπραγματεύσεων με τον ιδιοκτήτη του ακριβού ρεστωράν, τον είδαν να βγαίνει κουβαλώντας έναν τεράστιο καθρέφτη στον οποίο πριν 30 χρόνια και για 10 μόνο λεπτά είχε καθρεφτιστεί μέσα η αγαπημένη του.
Ερμάριο 9
Φακ.8 - Στοχασμοί πάνω στην ευθύγραμμη πορεία της ζωής. Τονίζεται ως διαφορά η έννοια του αποχαιρετισμού. Περιέχει στοιχεία διάφορα της προς τα πρόσω πορείας. Το ανέμισμα του μαντιλιού. Την κραυγή που σκεπάζει τον ουρανό με σύννεφα. Το βλέμμα που θολώνει με βροχή το παράθυρο. Κινήσεις σε μιαν άλλη διάσταση, εκτός ευθείας. Πλήρωση της παρούσης στιγμής με το χθες και το αύριο.
Ο σκηνοθέτης τελειώνει τη μακρά σειρά των υποδείξεων και εξηγήσεων, υπογραμμίζοντας ότι παρόμοιο έργο αποπροσωποποίησης του ερωτικού υλικού μιας επιστολής, απαιτεί μακρά απασχόληση των ακροβατών με έννοιες εκτός από τα άμεσα συμφέροντα που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις. Χωρίς καμιά αμφιβολία και δισταγμό αντίκρυ στην αγάπη που ενώνει τα πάντα, παρελθόντα και μέλλοντα, στη δοξολογία της άπειρης στιγμής του νυν και αεί.


Η Μαίρη Γιόση διάβασε ποιήματα του Αλέξη Τραϊανού:

"Μετέωρο σπίτι" (από τη συλλογή Μικρές Μέρες του 1973)
"Αύριο θα χιονίσει" (από τη συλλογή Cancerpoems του 1977)
"Σύνδρομο του Ελπήνορα ή ΄Ετοιμος" (από την ομώνυμη συλλογή του 1984)
και απόσπασμα από το ποίημα "Κατοικίδιος σκορπιός" (από τη συλλογή Cancerpoems του 1977)

- όλα από τη συγκεντρωτική έκδοση με τίτλο Φύλακας Ερειπίων. Τα ποιήματα, που επιμελήθηκαν ο Αλέξης Ζήρας και ο Στέφανος Μπεκατώρος, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1991.

Ο Σταμάτης Πολενάκης διάβασε τα ποιήματα του Άνθου Φιλητά:

''Λεωνόρα'' 
''Αγάπη''
''Η σελήνη''
''Επαρχιακό νοσοκομείο''

- από το τεύχος των Σημειώσεων, αρ. 55, του Νοεμβρίου 2001.

20120310

β. θωμόπουλος _ ["μέσα στο σκοτάδι βλέπεις..."]


























Μέσα στο σκοτάδι βλέπεις
Και όταν είναι ήλιος δεν βλέπεις

Άλφα κεφαλαίο άλφα μικρό      
δεν έχουν διαφορά στον κόσμο
Α Σ Τ τα ίδια πάλι

Το Ω
Σήμερα για πάντα τώρα και για πάντα


[φωτ.: π.ι., v.2011]

20120222

δ. σιώζιου : 2 ποιήματα


Στις 22 Φεβρουαρίου 2012, στον Κέντρο Λόγου και Τέχνης "104" των Εκδόσεων Καστανιώτη, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και η Δασνάη Σιώζιου παρουσίασαν τις 'ποιητικές αυτοπροσωπογραφίες' τους. Δύο από τα ποιήματα που διάβασε η Δανάη Σιώζιου δημοσιεύθηκαν αργότερα στο τεύχος Αυγούστου 2014 του "The Books' Journal".


























Δανάη Σιώζιου


ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΤΕΙΧΟΣ


Όχι δεν έτρεξαν όλοι για τα σουβενίρ

Υπήρχαν άνθρωποι σε αίθουσες αναμονής σε ιατρεία νοσοκομεία και μαιευτήρια
σταθμούς τραίνων και λεωφορείων
γυναίκες στα κομμωτήρια και τις σάουνες
σάρκα που λιώνει και μαλλιά
κομμένα χιλιάδες φορές στο πάτωμα
καθώς και υπερπληθυσμός φακέλων
με αρχεία παρακολούθησης στα υπόγεια

Αυτά είδαν οι σιδερένιοι γερανοί εργοταξίου
στις 9 Νοεμβρίου του 1989
κι έχουν ακίνητα απλωμένο από τότε το φτερό
στον ουρανό πάνω από το Βερολίνο και ατσαλένιο
το πόδι τους στο σώμα του

Εγώ ήμουνα μικρή
δεν είχα δόντια και, κανονικά,
δεν θα ’πρεπε να τα θυμάμαι
Μα τα βράδια με νανούριζε ο Γιόχαν ο αδικοτιμωρημένος
καταστροφέας αγκυλωτών σταυρών
Ευχή μου έδινε
να ζήσω όπως έζησε, κυνηγημένη – κι από τότε
ουά ουά ουά το μπάσταρδο βρέφος του,

Αγαπητέ βοσκέ γερμανικών λυκόσκυλων στο Μπούχενβαλντ
που κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις

*

ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΚΕΡΔΙΖΟΥΝ


Η Frau Wilma με φρόντιζε συχνά. Ήτανε μάγισσα, γιατί έπαιρνε λευκούς καμβάδες και μετά από λίγο δεν ήταν πια λευκοί, ήταν γεμάτοι κόσμους αγωνίας και βίας. Όταν έκανα αταξίες μού έλεγε κάτσε ήσυχη αλλιώς θα βγεις από την καμινάδα, κι εγώ νόμιζα ότι εννοούσε αυτό που στα ελληνικά το λέμε «έξω απ’ την πόρτα». Αγαπούσα τις καμινάδες, γιατί ο παππούς που ήταν παππούς αλλά ήταν και μικρός, σκαρφάλωνε σε κάτι τεράστια φουγάρα που ήταν εκατόν πενήντα μέτρα, μου είχε πει, και είχε υποσχεθεί να μου μάθει. ‘Όλοι δουλεύανε στα εργοστάσια αλλά μόνο εκείνος ήταν τόσο γενναίος. Ήταν και καλός, με έπαιρνε τις αργίες μαζί του στα γαλλικά χωριά δίπλα, όπου επισκεύαζε σπίτια, γιατί ήταν ξύλινα σπίτια και αυτός ήταν και μαραγκός, είχε μάθει στο χωριό στην Ελλάδα πριν να γίνει ο πόλεμος.
Η Frau Wilma φορούσε βραχιόλια και έβαφε τα μαλλιά της ξανθά, μικρή ήταν ξανθιά. Εγώ δεν ξεπερνούσα τα είκοσι κιλά, τα μαλλιά μου ήταν πορτοκαλί και τα μάτια μου πράσινα. Την ημέρα που ήρθε το φορτηγό για να φορτώσουμε τα πράγματα, ο παππούς δεν υπήρχε πια, επειδή δεν αρκεί να πεθαίνει κανείς: πρέπει να πεθαίνει εγκαίρως, έτσι μας έγραψε, όσο για τη Frau Wilma, έκανε το ίδιο που έκανε πάντα όταν με γύριζε σπίτι. Ούτε αγκαλιές ούτε φιλιά. Είπε μόνο πως λυπόταν, πως θα ’θελε να με κρατούσε για πάντα, αλλά δεν ανησυχούσε, γιατί τώρα έπρεπε να μεγαλώσω, και θα επέστρεφα σίγουρα, θα έπαιρνα όλους τους δρόμους και θα εμφανιζόμουν την κατάλληλη στιγμή, αυτό θα συνέβαινε με όλους όσους συναντήσω, είπε, δεν συναντιούνται άνθρωποι που δεν έχουν από πριν συναντηθεί, μετά ένευσε με το χέρι της έναν σχεδόν αποχαιρετισμό.
Έπειτα, κοίταξα τις καμινάδες πάλι, και τότε ένιωσα μια ελαφριά ανατριχίλα αν κι ήταν καλοκαίρι, γιατί πάντα καλοκαίρι επιστρέφαμε στην Ελλάδα.


*

Δανάη Σιώζιου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καρλσρούη της Γερμανίας και στην Καρδίτσα. Σπούδασε Αγγλική και Ελληνική Φιλολογία και, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, Πολιτιστική Διαχείριση, καθώς και Ευρωπαϊκή Ιστορία. Υπήρξε συνεκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού Τεφλόν. Ποιήματα, άρθρα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Εργάζεται ως καθηγήτρια ξένων γλωσσών.


φεβ. 2012 _ κατερίνα αγγελάκη-ρουκ + δανάη σιώζιου















Μετά την εναρκτήρια εκδήλωση της σειράς μηνιαίων ποιητικών συναντήσεων, "Με τα λόγια [γίνεται]", τον Δεκέμβριο του 2011, στο "Παραπέρα" -και την πάροδο μηνιαίας μεθεόρτιας ανάπαυλας- συνεχίζουμε, στο "104"!

Την Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012, στις 19:00 (7:00 μ.μ.), στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης "104" (Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια, Αθήνα), εγκαινιάστηκε η σειρά "1 + 1": η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και η Δανάη Σιώζιου διάβασαν δημοσιευμένα κι αδημοσίευτα ποιήματά τους, μεταφράσεις τους, καθώς και ποιήματα που αγαπούν - και μίλησαν, μεταξύ τους και με το κοινό,  για την σχέση τους με τις λέξεις.














[φωτ.: π.ι., xii.2012 [επάνω], και 22.2.2012 [κάτω]]

20120217

σ. μπεκατώρος _ "ελληνικός χειμώνας"



















Ελληνικός Χειμώνας

κι ο άξιος εύκολα μένει στ’ όνειρο
κι ο άξιος με γυμνό σώμα πολεμά το επίγειο κράτος
Ν.Δ. ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Σήμερα στάχτη ο ουρανός.

Σύννεφα καπνοί του πολέμου
κι εσύ σ’ αυτή την κάμαρη
της κρύας μοναξιάς
έρχεσαι
για ν’ ανοίξεις το παράθυρο
σ’ αυτό τον τόπο που ξεριζώνεται
από τον άνεμο της αδικίας.

Πώς ν’ αντέξεις.
Αιώνων βροχή
ακατάπαυτη από μοχθηρία
και ολιγόνοια γδέρνει τα κόκαλα
του άξιου
μα εκείνος
βλέποντας πάνω
μένει ακόμη
ορθός.

Πώς ν’ αντέξεις.
Στάχτη ο τόπος
παγωμένος ουρανός που διώχνει
τα παιδιά του   Μια θυμωμένη
θάλασσα εκβράζοντας στην αμμουδιά
κουρέλια σκουπίδια σκοινιά
σάπιους καρπούς αδύναμα σανίδια.

[Στέφανος Μπεκατώρος [1947-2006], Οδός Κυδαθηναίων, Πλέθρον, 1991]



Δεν μ' αρέσει -ειδικά ετούτον τον καιρό- να βουλιάζουμε στην απαισιοδοξία. Αλλά διάβασα χτες αυτό το ποίημα του Στέφανου Μπεκατώρου - και, πέρα απ' το ότι το βρήκα καλό ποίημα, μου φάνηκε -τι κοινοτοπία- 'προφητικό', μιάς και γράφτηκε τουλάχιστον είκοσι χρόνια πριν. Θα μου πεις, δεν είναι η πρώτη φορά που 'χειμωνιάζει' στον τόπο μας.

Μα δεν θ' αργήσει κι η άνοιξη: με την σύνταξη των δυνάμεων της 'άλλης', της 'καλής' Ελλάδας.

[φωτ.: π.ι., xii.2011]